Connect with us

ΥΓΕΙΑ

Το junk food αυξάνει τον κίνδυνο κατάθλιψης

Published

on

Το junk food αυξάνει τον κίνδυνο εκδήλωσης κατάθλιψης, ενώ αντίθετα η υγιεινή διατροφή και ιδίως η μεσογειακή μειώνει αυτό τον κίνδυνο, σύμφωνα με μια νέα διεθνή επιστημονική μελέτη.

Οι ερευνητές, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό βιολογικής ψυχιατρικής “Molecular Psychiatry”, σύμφωνα με τις βρετανικές «Γκάρντιαν» και «Ιντιπέντεντ», αξιολόγησαν στοιχεία για 41 δημοσιευμένες έρευνες πάνω στη σχέση διατροφής και κατάθλιψης. Τα στοιχεία αφορούσαν σχεδόν 33.000 άτομα σε πέντε χώρες, από τους οποίους κανείς δεν είχε διαγνωσμένη κατάθλιψη στην έναρξη της κάθε μελέτης.

Η μετα-ανάλυση κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η κατανάλωση αφενός τροφών με πολλά λίπη και ζάχαρη, αφετέρου επεξεργασμένων, οδηγεί σε συστημική φλεγμονή όλου του σώματος, η οποία έχει στον οργανισμό παρόμοιες επιπτώσεις με αυτές του καπνίσματος, της παχυσαρκίας, της ρύπανσης και της έλλειψης άσκησης.

«Η χρόνια φλεγμονή μπορεί να επηρεάσει την ψυχική υγεία μεταφέροντας φλεγμονώδη μόρια στον εγκέφαλο, ενώ μπορεί να επηρεάσει επίσης και τους νευροδιαβιβαστές, τα μόρια που ρυθμίζουν την ψυχική διάθεση», ανέφερε η Λασάλ.

Τα στοιχεία δείχνουν ότι η κακή διατροφή μπορεί όχι μόνο να επιδεινώσει, αλλά και να πυροδοτήσει την κατάθλιψη. Από την άλλη, όσοι ακολουθούσαν συστηματικά τη μεσογειακή διατροφή, είχαν κατά μέσο όρο 33% μικρότερη πιθανότητα εμφάνισης κατάθλιψης. Η κατανάλωση πολλών φρούτων, λαχανικών και οσπρίων μπορεί να μειώσει τη φλεγμονή στο σώμα.

Μετά και τη νέα μελέτη, ενισχύεται η πεποίθηση ότι οι συμβουλές περί διατροφής πρέπει να συνοδεύουν την ψυχιατρική, αν και ορισμένοι γιατροί δεν έχουν ακόμη πεισθεί ότι η υγιεινή διατροφή μπορεί να έχει πραγματικά ευεργετική δράση στις ψυχικές παθήσεις και γι’ αυτό ζητούν περαιτέρω μελέτες.

 

ΑΠΕ-ΜΠΕ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Η έκθεση στον καπνό των πυρκαγιών στην εγκυμοσύνη, μπορεί να συνδέεται με κίνδυνο αυτισμού στα παιδιά

Published

on

Από

Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι τα παιδιά, των οποίων οι μητέρες εκτέθηκαν σε καπνό από δασικές πυρκαγιές κατά το τρίτο τρίμηνο της κύησης, είχαν μεγαλύτερη πιθανότητα να διαγνωστούν με αυτισμό έως την ηλικία των πέντε ετών. Photo credits: OsloMetX / pixabay

Η έκθεση στον καπνό από δασικές πυρκαγιές κατά τους τελευταίους μήνες της εγκυμοσύνης ενδέχεται να αυξάνει τον κίνδυνο ένα παιδί να διαγνωστεί αργότερα με αυτισμό, σύμφωνα με νέα μελέτη που πραγματοποιήθηκε με επικεφαλής ερευνητές του Πανεπιστημίου Tulane.

Στη μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Environmental Science & Technology», αναλύθηκαν περισσότερες από 200.000 γεννήσεις στη Νότια Καλιφόρνια την περίοδο 2006-2014. Η μελέτη επικεντρώθηκε αποκλειστικά στην Καλιφόρνια, η οποία βρίσκεται στην πρώτη θέση στις ΗΠΑ τόσο ως προς τις ετήσιες εκτάσεις που καίγονται από πυρκαγιές όσο και ως προς τα ποσοστά διαγνώσεων αυτισμού στην παιδική ηλικία.



Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι τα παιδιά, των οποίων οι μητέρες εκτέθηκαν σε καπνό από δασικές πυρκαγιές κατά το τρίτο τρίμηνο της κύησης, είχαν μεγαλύτερη πιθανότητα να διαγνωστούν με αυτισμό έως την ηλικία των πέντε ετών.

Η ισχυρότερη συσχέτιση παρατηρήθηκε στις μητέρες που εκτέθηκαν σε περισσότερες από δέκα ημέρες καπνού κατά το τρίτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης. Σε αυτή την ομάδα, τα παιδιά παρουσίασαν κατά 23% υψηλότερο κίνδυνο διάγνωσης αυτισμού σε σύγκριση με εκείνα των οποίων οι μητέρες δεν είχαν εκτεθεί ποτέ σε καπνό από πυρκαγιές κατά τη διάρκεια της κύησης.



Οι ερευνητές διευκρινίζουν ότι τα ευρήματα δεν αποδεικνύουν μια οριστική σύνδεση των πυρκαγιών με τον αυτισμό, αλλά προστίθενται στα αυξανόμενα στοιχεία που καταδεικνύουν τις αρνητικές επιπτώσεις των ατμοσφαιρικών ρύπων στη νευρολογική ανάπτυξη του εμβρύου.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ


Continue Reading

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Σταθεροποιήθηκαν τα ποσοστά θνησιμότητας των γυναικών στην Ευρώπη από καρκίνο του πνεύμονα

Published

on

Από

Οι ερευνητές έδωσαν για το 2026 μεγαλύτερη έμφαση στις προβλέψεις για τον καρκίνο του πνεύμονα, που παραμένει η κύρια αιτία θανάτου από καρκίνο και για τα δύο φύλα στην ΕΕ. Photo credits: felixioncool / pixabay

Έπειτα από αύξηση για περισσότερα από 25 χρόνια, τα ποσοστά θνησιμότητας από καρκίνο του πνεύμονα στις γυναίκες που ζουν στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης φαίνεται ότι επιτέλους σταθεροποιούνται, σύμφωνα με προβλέψεις για τα ποσοστά θνησιμότητας της νόσου για το 2026 που δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό «Annals of Oncology».

Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον Κάρλο Λα Βέκια, καθηγητή Ιατρικής Στατιστικής και Επιδημιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Μιλάνου, ανέλυσαν τα ποσοστά θνησιμότητας από καρκίνο στα κράτη μέλη της ΕΕ και στο Ηνωμένο Βασίλειο. Εξέτασαν τις πέντε πιο πυκνοκατοικημένες χώρες της ΕΕ (Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Πολωνία και Ισπανία) και μεμονωμένα τα ποσοστά σε άνδρες και γυναίκες για τον καρκίνο στο στομάχι, τα έντερα, το πάγκρεας, τον πνεύμονα, τον μαστό, τη μήτρα, τις ωοθήκες, τον προστάτη, την ουροδόχο κύστη καθώς και τη λευχαιμία. Συνέλεξαν δεδομένα για τους θανάτους από τις βάσεις δεδομένων του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας και των Ηνωμένων Εθνών από το 1970 ως το 2022.



Οι ερευνητές προβλέπουν ότι στην ΕΕ θα καταγραφούν περίπου 1.230.000 θάνατοι από όλες τις μορφές καρκίνου το 2026, ενώ στο Ηνωμένο Βασίλειο περίπου 172.000 θάνατοι από καρκίνο συνολικά. Τα ποσοστά θανάτων από τους περισσότερους καρκίνους προβλέπεται να μειωθούν στις περισσότερες χώρες, με εξαίρεση τους θανάτους από καρκίνο του παγκρέατος στις γυναίκες της ΕΕ (αύξηση 1%) και τους θανάτους από καρκίνο του παχέος εντέρου στις γυναίκες στο Ηνωμένο Βασίλειο (αύξηση 3,7%).

Βέβαια, λόγω της αύξησης του αριθμού των ηλικιωμένων στον πληθυσμό, ο πραγματικός αριθμός των θανάτων από καρκίνο θα αυξηθεί από 666.924 την περίοδο 2020-2022 σε 684.600 άνδρες στην ΕΕ το 2026 και από 534.988 σε 544.900 γυναίκες.



Αντίθετα, στο Ηνωμένο Βασίλειο ο αριθμός των θανάτων θα παραμείνει σχετικά σταθερός και για τα δύο φύλα: περίπου 91.400 θάνατοι στους άνδρες το 2026 (από 91.000) και 80.500 στις γυναίκες (από 79.980).

Οι ερευνητές έδωσαν για το 2026 μεγαλύτερη έμφαση στις προβλέψεις για τον καρκίνο του πνεύμονα, που παραμένει η κύρια αιτία θανάτου από καρκίνο και για τα δύο φύλα στην ΕΕ.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ


Continue Reading

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Η απότομη αύξηση σακχάρου στο αίμα συνδέεται με υψηλότερο κίνδυνο Αλτσχάιμερ

Published

on

Από

Οι έρευνες έχουν υποδηλώσει στο παρελθόν ότι η υπεργλυκαιμία, ο διαγνωσμένος σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2 και η αντίσταση στην ινσουλίνη σχετίζονται έντονα με την επιδείνωση της υγείας του εγκεφάλου. Photo credits: Tumisu / pixabay

Οι απότομες αυξήσεις του σακχάρου στο αίμα μετά τα γεύματα μπορεί να εντείνουν τον κίνδυνο εμφάνισης της νόσου Αλτσχάιμερ, όπως προκύπτει από μελέτη, με επικεφαλής ερευνητές του Πανεπιστημίου του Λίβερπουλ, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Diabetes, Obesity and Metabolism».

Οι έρευνες έχουν υποδηλώσει στο παρελθόν ότι η υπεργλυκαιμία, ο διαγνωσμένος σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2 και η αντίσταση στην ινσουλίνη σχετίζονται έντονα με την επιδείνωση της υγείας του εγκεφάλου, ωστόσο οι υποκείμενοι μηχανισμοί δεν ήταν πλήρως κατανοητοί.

Χρησιμοποιώντας στοιχεία από τη βρετανική βάση δεδομένων UK Biobank, η ερευνητική ομάδα ανέλυσε γενετικά δεδομένα από περισσότερα από 350.000 άτομα ηλικίας 40 έως 69 ετών.



Επικεντρώθηκε σε δείκτες, όπως η γλυκόζη νηστείας, τα επίπεδα ινσουλίνης και τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα δύο ώρες μετά το γεύμα. Στη συνέχεια, χρησιμοποιώντας μια τεχνική που ονομάζεται «Μεντελιανή τυχαιοποίηση» (Mendelian randomisation), εξέτασε αν αυτοί οι δείκτες συντελούν στον κίνδυνο άνοιας.

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, τα άτομα με υψηλότερο σάκχαρο στο αίμα μετά το γεύμα (μεταγευματική υπεργλυκαιμία) είχαν 69% μεγαλύτερο κίνδυνο να αναπτύξουν τη νόσο Αλτσχάιμερ.

Αυτό δεν εξηγήθηκε από αλλαγές στο συνολικό μέγεθος του εγκεφάλου ή βλάβη στη λευκή ουσία, υποδεικνύοντας ότι ο κίνδυνος μπορεί να προέρχεται από πιο ανεπαίσθητους μηχανισμούς.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ


Continue Reading

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Με μεγαλύτερη διάρκεια ζωής συνδέονται μικρές βελτιώσεις στην καθημερινότητα

Published

on

Από

Σε μελέτη που δημοσιεύθηκε στο «eClinicalMedicine», εντοπίστηκε ότι συνδυασμένες αλλαγές στον ύπνο, τη σωματική δραστηριότητα και τη διατροφή θα μπορούσαν να έχουν σημαντικό αντίκτυπο στη συνολική διάρκεια ζωής. Photo credits: Katniss12 / pixabay

Μικρές αλλαγές στην καθημερινότητα, όπως λίγα λεπτά περισσότερης κίνησης, λιγότερη καθιστική ζωή ή βελτιώσεις στον ύπνο και τη διατροφή, φαίνεται ότι μπορούν να έχουν σημαντικό αντίκτυπο στη μακροζωία και στη συνολική υγεία του πληθυσμού, όπως διαπιστώνουν δύο μεγάλες μελέτες, που δημοσιεύθηκαν σε επιστημονικά περιοδικά του ομίλου «The Lancet».

Στην πρώτη μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «The Lancet» αναλύθηκαν δεδομένα από περισσότερους από 135.000 ενήλικες σε επτά ομάδες στη Νορβηγία, τη Σουηδία και τις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς και από τη UK Biobank, με μέση διάρκεια παρακολούθησης τα οκτώ έτη.

Χρησιμοποιώντας μετρήσεις σωματικής δραστηριότητας και καθιστικού χρόνου με τη βοήθεια συσκευής, οι ερευνητές εκτίμησαν το ποσοστό των θανάτων που θα μπορούσαν δυνητικά να προληφθούν με μικρές καθημερινές αυξήσεις στη μέτρια έως έντονη δραστηριότητα ή με μειώσεις του χρόνου καθιστικής ζωής.



Όπως διαπιστώθηκε, η μέτριας έντασης σωματική δραστηριότητα, όπως το περπάτημα με μέση ταχύτητα πέντε χιλιομέτρων την ώρα για μόλις πέντε επιπλέον λεπτά την ημέρα, συνδέεται με μείωση της συνολικής θνησιμότητας κατά 10% για την πλειονότητα των ενηλίκων, οι οποίοι καταγράφουν περίπου 17 λεπτά δραστηριότητας μέτριας έντασης την ημέρα κατά μέσο όρο.

Επίσης, συνδέεται με μείωση της θνησιμότητας κατά περίπου 6% για τους λιγότερο δραστήριους ενήλικες, οι οποίοι κινούνται με μέτρια ένταση κατά μέσο όρο μόλις δύο λεπτά την ημέρα.

Η αύξηση της άσκησης κατά επιπλέον δέκα λεπτά την ημέρα συσχετίστηκε με μείωση κατά 15% όλων των θανάτων στους περισσότερους ενήλικες και κατά 9% στους λιγότερο δραστήριους ενήλικες.

Η μείωση του καθιστικού χρόνου κατά 30 λεπτά την ημέρα συνδέεται με εκτιμώμενη μείωση της συνολικής θνησιμότητας κατά 7% όταν υιοθετείται από τους ενήλικες που περνούν κατά μέσο όρο περίπου δέκα ώρες την ημέρα σε καθιστική στάση.



Οι συγγραφείς επισημαίνουν ότι, όπως σε κάθε μελέτη παρατήρησης, παράγοντες που δεν έχουν μετρηθεί ενδέχεται να επηρεάζουν τα αποτελέσματα και ότι οι συσχετίσεις δεν αποδεικνύουν αιτιότητα. Παρ’ όλα αυτά, τονίζουν πως τα ευρήματα αναδεικνύουν το ευρύ όφελος για τη δημόσια υγεία από ακόμη και πολύ μικρές αλλαγές στη δραστηριότητα και στη μείωση της αδράνειας.

Στη δεύτερη μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «eClinicalMedicine», εντοπίστηκε ότι συνδυασμένες αλλαγές στον ύπνο, τη σωματική δραστηριότητα και τη διατροφή θα μπορούσαν να έχουν σημαντικό αντίκτυπο στη συνολική διάρκεια ζωής.

Ο ύπνος, η φυσική δραστηριότητα και η διατροφή αποτελούν βασικούς παράγοντες για τη μακροζωία και τη μείωση του κινδύνου ασθένειας, ωστόσο συνήθως μελετώνται ξεχωριστά. Πρόκειται για την πρώτη μελέτη που εξετάζει τις ελάχιστες συνδυασμένες βελτιώσεις σε αυτούς τους τρεις τομείς που μπορούν να οδηγήσουν σε σημαντικά μεγαλύτερη διάρκεια ζωής και περισσότερα χρόνια καλής υγείας.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ


Continue Reading

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Εξέταση αίματος μπορεί να προβλέψει τη νόσο του Crohn χρόνια πριν την εμφάνιση των συμπτωμάτων

Published

on

Από

Η καλύτερη κατανόηση αυτής της πρώιμης διαδικασίας θα μπορούσε να οδηγήσει σε νέες προσεγγίσεις για την πρόγνωση, πρόληψη και θεραπεία της νόσου. Photo credits: ckstockphoto / pixabay

Μια απλή εξέταση αίματος μπορεί να προβλέψει τη νόσο του Crohn χρόνια πριν από την εμφάνιση των συμπτωμάτων, σύμφωνα με νέα έρευνα, που ανοίγει τον δρόμο για την έγκαιρη διάγνωση της ασθένειας και ενδεχομένως και την πρόληψη.

Η νόσος του Crohn είναι μια χρόνια φλεγμονώδης πάθηση του γαστρεντερικού σωλήνα που προκαλεί επίμονα συμπτώματα, πόνο και κόπωση, επηρεάζοντας σημαντικά την ποιότητα ζωής.

Η συχνότητά της στα παιδιά έχει διπλασιαστεί από το 1995 και τα ποσοστά συνεχίζουν να αυξάνονται.



Ο αιματολογικός έλεγχος μετρά την ανοσολογική απόκριση ενός ατόμου στη φλαγκελίνη, μια πρωτεΐνη που βρίσκεται στα βακτήρια του εντέρου. Αυτή η αντίδραση είναι αυξημένη σε άτομα πολύ πριν αναπτύξουν τη νόσο του Crohn, όπως διαπιστώθηκε στη συγκεκριμένη έρευνα, με επικεφαλής τον Δρ. Κεν Κροϊτόρου, κλινικό επιστήμονα στο Lunenfeld-Tanenbaum Research Institute του καναδικού υγειονομικού συστήματος Sinai Health.

Τα ευρήματα της έρευνας, που δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό «Clinical Gastroenterology and Hepatology», αναδεικνύουν την αλληλεπίδραση μεταξύ των βακτηρίων του εντέρου και των αντιδράσεων του ανοσοποιητικού συστήματος ως ένα κρίσιμο βήμα για την ανάπτυξη της νόσου του Crohn.

Όπως σημειώνεται, η παρουσία αντισωμάτων φλαγκελίνης πολύ πριν εμφανιστούν οποιαδήποτε συμπτώματα της νόσου υποδηλώνει ότι αυτή η ανοσολογική αντίδραση μπορεί να συμβάλει στην ενεργοποίηση της εμφάνισης της νόσου και όχι να είναι συνέπεια αυτής. Η καλύτερη κατανόηση αυτής της πρώιμης διαδικασίας θα μπορούσε να οδηγήσει σε νέες προσεγγίσεις για την πρόγνωση, πρόληψη και θεραπεία της νόσου.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ


Continue Reading

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Ο σακχαρώδης διαβήτης κοστίζει 78,8 τρισ. δολάρια στην παγκόσμια οικονομία

Published

on

Από

Αν και ο διαβήτης είναι πιο συχνός σε χώρες με χαμηλότερο εισόδημα, ωστόσο το υψηλότερο κόστος επωμίζονται οι ΗΠΑ και ακολουθούν η Κίνα και η Ινδία. Photo credits: HansMartinPaul / pixabay

Ο σακχαρώδης διαβήτης είναι μια από τις πιο διαδεδομένες μη μεταδοτικές ασθένειες παγκοσμίως που επηρεάζει περισσότερους από έναν στους δέκα ενήλικες παγκοσμίως.

Μελέτη σε 204 χώρες και περιοχές, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Nature Medicine», εκτιμά ότι ο παγκόσμιος οικονομικός αντίκτυπος του διαβήτη ανέρχεται σε 78,8 τρισεκατομμύρια δολάρια.

Η ερευνητική ομάδα, με τη συμμετοχή εμπειρογνωμόνων από το Πανεπιστήμιο Οικονομικών και Διοίκησης της Βιέννης και το Διεθνές Ινστιτούτο Ανάλυσης Εφαρμοσμένων Συστημάτων (IIASA), εκτίμησε τον οικονομικό αντίκτυπο του διαβήτη από το 2020 ως το 2050, ενσωματώνοντας απώλειες στην αποτελεσματική προσφορά εργασίας λόγω θνησιμότητας και νοσηρότητας, ανακατανομής πόρων και κόστους της άτυπης φροντίδας που παρέχεται από μέλη της οικογένειας.



Εντόπισε ότι σε σύγκριση με άλλες ασθένειες κατά την ίδια περίοδο, όπως η νόσος Αλτσχάιμερ, η άνοια ή ο καρκίνος, ο οικονομικός αντίκτυπος του διαβήτη είναι τεράστιος.

Εξαιρώντας την άτυπη φροντίδα, η παγκόσμια επιβάρυνση ανέρχεται σε 10,2 τρισεκατομμύρια δολάρια, ποσό που ισοδυναμεί με το 0,22% του ετήσιου παγκόσμιου ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος. Όταν λαμβάνεται υπόψη η άτυπη φροντίδα, το κόστος εκτοξεύεται κατά μέσο όρο στα 78,8 τρισεκατομμύρια δολάρια, κυμαινόμενη από 5,5 τρισεκατομμύρια δολάρια έως 152,1 τρισεκατομμύρια δολάρια (1,7% του ΑΕΠ) ανάλογα με τις παραδοχές για τη φροντίδα.



Αν και ο διαβήτης είναι πιο συχνός σε χώρες με χαμηλότερο εισόδημα, ωστόσο το υψηλότερο κόστος επωμίζονται οι ΗΠΑ και ακολουθούν η Κίνα και η Ινδία.

Την υψηλότερη επιβάρυνση ως ποσοστό του ΑΕΠ έχει η Τσεχία (0,5%) και ακολουθούν οι ΗΠΑ και η Γερμανία (0,4%). Η Ιρλανδία, το Μονακό και οι Βερμούδες αντιμετωπίζουν τη μεγαλύτερη κατά κεφαλήν οικονομική επιβάρυνση.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ


Continue Reading

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΚΑΙ ΔΙΑΔΩΣΤΕ ΤΗΝ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΟΛΙΤΗ

Advertisement Europolitis

ΕΝΤΥΠΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ – GEDRUCKTE VERSIONEN

Advertisement Europolitis

Like us on Facebook

Advertisement
Advertisement Europolitis