ΑΡΘΡΑ
Συμβουλεύοντας έναν κεντρικό τραπεζίτη (Άρθρο των Κωνσταντίνου Γάτσιου και Δημήτρη Α. Ιωάννου)
Η πρόσφατη συνέντευξη (22 Σεπτεμβρίου) του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννη Στουρνάρα σε ιδιωτικό ραδιοφωνικό σταθμό ήταν μία δυσάρεστη έκπληξη. Και αυτό όχι μόνο για το μέσο στο οποίο δόθηκε, το οποίο δεν θεωρούμε ότι είναι το πλέον κατάλληλο για να χρησιμοποιεί ως βήμα ένας Διοικητής της ΤτΕ – και, μάλιστα, επιλέγοντας μία εκπομπή την οποία σημαντικό μέρος της κοινής γνώμης θεωρεί κομματικά στρατευμένη, ακραία και τοξική.
Ούτε μόνο για τον σχετικά ανάλαφρο χαρακτήρα του ύφους του που, κατά την ταπεινή μας γνώμη, στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, δεν αντιστοιχούσε στην σοβαρότητα με την οποία πρέπει να προσεγγίζονται τα θέματα της οικονομίας και της κοινωνίας. Αλλά, κυρίως, γιατί έστειλε λανθασμένα μηνύματα δημιουργώντας ανακριβείς εντυπώσεις στην κοινή γνώμη.
Το πόσο άστοχη και αποπροσανατολιστική ήταν η συνέντευξή του αποδεικνύεται κατ’ αρχήν από τους συνειρμούς που, με την βοήθεια «προθύμων» σχολιαστών δημιουργήθηκαν και προβλήθηκαν ως «είδηση» στον τύπο.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα, ήταν η –μεστή σοφίας – απόφανσή του ότι επειδή δεν υπάρχουν «λεφτόδεντρα» δεν είναι δυνατόν να δώσουμε αύξηση 30% τους μισθούς χωρίς να βλάψουμε την οικονομία. Κάτι, φυσικά, που αποτελεί μία αδιαπραγμάτευτη και διαχρονική αλήθεια. Μόνο που, στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, είναι μία παντελώς ανεπίκαιρη επισήμανση, καθώς κανείς σήμερα δεν προτείνει να δοθούν αυξήσεις 30% στους μισθούς και στα ημερομίσθια και κανείς πλέον, εκτός από μία ελάχιστη μειοψηφία αφελών, δεν πιστεύει, έστω και εμμέσως, στα περίφημα «λεφτόδεντρα», δηλαδή στην απεριόριστη αύξηση των δημοσίων και ιδιωτικών δαπανών ως εργαλείου για την ανάπτυξη της οικονομίας και την εμπέδωση της κοινωνικής δικαιοσύνης. Κάτι τέτοια μπορεί να λέγονταν 50 χρόνια πριν, αλλά έχουν πλέον απαντηθεί από την ίδια τη ζωή και το έχουν όλοι αντιληφθεί.
Αυτή η φαινομενικά, όμως, άστοχη επισήμανση του κυρίου Διοικητή και ο χρόνος που επέλεξε να την κάνει (λίγο μετά τη ΔΕΘ), θα φαινόταν πολύ επίκαιρη αν συνειρμικά τη συνέδεε κανείς με τις ανάλογες δηλώσεις του πρωθυπουργού για τις προτάσεις του ΠΑΣΟΚ για την οικονομία.
Εξ αντικειμένου, πρόκειται για εξόφθαλμη «επικύρωση» της θέσης του πρωθυπουργού περί «λεφτόδεντρων» στο οικονομικό πρόγραμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης.
Πόσο, όμως, θεσμικά ορθή είναι αυτή η συμπεριφορά του κεντρικού τραπεζίτη, να γίνεται μέρος μίας κομματικής αντιπαράθεσης διαλέγοντας εμφανώς «πλευρά»; (Με δεδομένο, μάλιστα, ότι κανένας δεν πρότεινε αύξηση 30% στους μισθούς. Ούτε και πολιτικές που παραπέμπουν σε «λεφτόδεντρα»).
Βεβαίως ο κύριος Διοικητής, όπως επιβάλλει και το καθήκον του, τόνισε στη συνέντευξη το προφανές ότι, δηλαδή, η αύξηση μισθών προϋποθέτει αύξηση της παραγωγικότητας που με τη σειρά της προϋποθέτει επενδύσεις. Στο σημείο αυτό εξέφρασε και την ικανοποίησή του διότι, όπως είπε, το 80% των επενδύσεων είναι, πλέον, παραγωγικές.
Πρόκειται, όμως, για μία δήλωση που δημιουργεί ερωτηματικά, διότι κάτι παρόμοιο δεν ήταν γνωστό έως τώρα. Και για του λόγου το αληθές, θα μπορούσε κάποιος να συγκρίνει τον ισχυρισμό του με άλλες δηλώσεις που έγιναν από τον Υποδιοικητή της ΤτΕ κ. Πελαγίδη, την ίδια ημέρα, σύμφωνα με τις οποίες το 40% των ξένων επενδύσεων (των επενδύσεων, δηλαδή, από τις οποίες κατά κύριο λόγο προσδοκούμε τεχνολογική ενίσχυση), καταλήγουν στο real estate –έναν πολύ χρήσιμο, βεβαίως, κλάδο αλλά εξ ορισμού μη περιλαμβανόμενο σε αυτό που λέγεται παραγωγικός τομέας.
Είναι, λοιπόν, ένα ερώτημα πώς ενώ κατά τον κ. Πελαγίδη το 40% των ξένων επενδύσεων, τουλάχιστον, είναι μη παραγωγικές, ο αριθμός αυτός, κατά τον κ. Στουρνάρα, που συνομιλεί με τον κ. Πορτοσάλτε, μειώνεται στο 20%, όταν συσσωματωθεί με τις εγχώριες επενδύσεις.
Θα πρέπει εδώ, λοιπόν, ο κ. Διοικητής να επανέλθει και να μας δώσει τα συγκεκριμένα στοιχεία που έχει στην διάθεσή του, με βάση τα οποία θεωρεί πως οι «παραγωγικές» επενδύσεις είναι το 80% του συνόλου.
Και βέβαια, η ευφρόσυνη διάθεση του κυρίου Διοικητή και η αισιοδοξία του για το μέλλον της ελληνικής οικονομίας θα έπρεπε να μετριασθούν εν τινί μέτρω, συνδυαζόμενα με τον ρεαλισμό και τον σκεπτικισμό με τον οποίον ο υφιστάμενος του αναφέρθηκε στα θέματα του Ταμείου Ανάκαμψης, τονίζοντας ότι από τα εν συνόλω 36 δισ. ευρώ, στους τελικούς δικαιούχους μέχρι στιγμής έχουν φθάσει μόνο 10 δισ. (5,7 δισ. ευρώ από επιχορηγήσεις και 4,3 δισ. ευρώ από δάνεια), και θα πρέπει να τρέξουμε με φρενήρη ρυθμό στους 12 μήνες που απομένουν για να μπορέσουμε να απορροφήσουμε τα υπόλοιπα. (Και, έστω και αν τα απορροφήσουμε, δικαιούμαστε να αισθανόμαστε αμφιβολία κατά πόσο θα τα χρησιμοποιήσουμε παραγωγικά ή θα τα χρησιμοποιήσουμε ως απλή κατανάλωση).
Το κυριότερο, όμως, το οποίο θα πρέπει να ενοχλήσει και να ανησυχήσει κάθε πολίτη, είναι το εξής: η παντελώς αβάσιμη αλλά κατηγορηματικά υπογραμμιζόμενη «αισιόδοξη» πεποίθηση του κ. Διοικητή –πλήρως ταυτιζόμενη με ανάλογους κυβερνητικούς ισχυρισμούς– πως ο ρυθμός με τον οποίον αυξάνονται η οικονομία («…αναπτύσσεται με διπλάσιο ρυθμό από την υπόλοιπη Ευρωζώνη») και η παραγωγικότητα, είναι τέτοιοι που σύντομα θα πάψουμε να είμαστε τελευταίοι –προτελευταίοι για την ακρίβεια– σε όλους τους κρίσιμους δείκτες στην ΕΕ.
Η αλήθεια, όμως, δυστυχώς είναι τελείως διαφορετική και ο Διοικητής της ΤτΕ θα έπρεπε να το γνωρίζει –και να κρούει τον κώδωνα του κινδύνου, αν μη τι άλλο.
Η σχέση του ρυθμού ανάπτυξης της χώρας μας με τον μέσο ρυθμό ανάπτυξης της ΕΕ ή της ευρωζώνης, είναι κάτι που δεν έχει ιδιαίτερη σημασία.
Σημασία έχει ο μέσος όρος ανάπτυξης αυτών των χωρών τις οποίες «κυνηγάμε» για να φθάσουμε και να ξεπεράσουμε (γιατί πρέπει να τις ξεπεράσουμε), τόσο αν πρόκειται για μέλη της ΕΕ, όσο κι αν πρόκειται για χώρες της ευρύτερης περιοχής μας εκτός ΕΕ.
Οι χώρες της ΕΕ, εν πρώτοις, ως επί το πλείστον (Κροατία, Λιθουανία, Πορτογαλία, Σλοβενία, Ρουμανία, Πολωνία, Μάλτα, Κύπρος) αναπτύσσονται είτε εξ ίσου γρήγορα με εμάς, είτε και γρηγορότερα από εμάς. Η «ταχύτερη από τον μέσο όρο της ΕΕ» ανάπτυξή μας, οφείλεται στο γεγονός πως οι πιο αναπτυγμένες χώρες της ΕΕ, όπως η Γερμανία, η Γαλλία, η Ιταλία ή η Αυστρία βρίσκονται σε φάση στασιμότητας.
Οι πλείστες, λιγότερο αναπτυγμένες χώρες της ΕΕ, αντιθέτως, (μεταξύ των οποίων εμείς κατατασσόμαστε –με βάση τους περισσότερους δείκτες– προτελευταίοι), αναπτύσσονται με την ίδια ή και μεγαλύτερη ταχύτητα από εμάς, καθιστώντας μάλλον ανέφικτο να τους «φθάσουμε» και να τους «ξεπεράσουμε». Ακόμη και η Βουλγαρία, η οποία είναι η μόνη που μονίμως υπολείπεται της Ελλάδας στους βασικούς δείκτες, έχει την τελευταία πενταετία μέσο όρο ανάπτυξης ανώτερο από τον δικό μας, πράγμα που σημαίνει πως είναι πολύ πιθανόν ότι εντός ολίγων ετών θα μας ξεπεράσει και αυτή.
Παρεμφερές, επίσης, είναι αυτό που συμβαίνει και με τις άλλες χώρες της ευρύτερης περιοχής μας, στα Βαλκάνια και στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο, που δεν είναι μέλη της ΕΕ: οι εν λόγω χώρες, (Τουρκία, Αλβανία, Βόρεια Μακεδονία, Βοσνία-Ερζεγοβίνη), έστω και αν σήμερα, για ιστορικούς λόγους, μας «ακολουθούν» ως φτωχότερες, με χαμηλότερο κατά κεφαλήν εισόδημα και μέση παραγωγικότητα, αναπτύσσονται με πολύ μεγαλύτερη ταχύτητα από εμάς. Έχουν δηλαδή ταχύτερους –ενίοτε υπερδιπλάσιους– ρυθμούς ανάπτυξης και αν αυτό συνεχισθεί, κάποια στιγμή, όχι στο πολύ μακρινό μέλλον, θα μας ξεπεράσουν και αυτές.
Για να ήταν αλήθεια ο ισχυρισμός πως οσονούπω προσεγγίζουμε και ξεπερνάμε τους εταίρους μας στην ΕΕ, σε κατά κεφαλή ΑΕΠ και παραγωγικότητα, η χώρα θα έπρεπε να αναπτύσσεται με ρυθμούς ανάλογους εκείνων της Τουρκίας, δηλαδή με τουλάχιστον 5% ετησίως. Επειδή όμως αυτό δεν συμβαίνει, και με τις εφαρμοζόμενες οικονομικές και κοινωνικές πολιτικές δεν πρόκειται να συμβεί ούτε και στο εγγύς ή στο απώτερο μέλλον, προτιμούμε να βαυκαλιζόμαστε, ή να εξαπατώμεθα, με την ιδέα πως συγκλίνουμε κάπου γιατί «…αναπτυσσόμαστε με διπλάσιο ρυθμό από την υπόλοιπη ευρωζώνη»!
Στην πραγματικότητα, βέβαια, είναι η ομάδα των «φτωχών» χωρών της ΕΕ που αναπτύσσεται ταχύτερα από την ομάδα των «πλουσίων» χωρών και συγκλίνει προς αυτήν, πλην όμως, στο εσωτερικό αυτής της ομάδας των «φτωχών» εμείς όχι μόνο είμαστε ουραγοί, αλλά κινδυνεύουμε να δούμε την απόστασή μας από τα άλλα μέλη της ομάδας να αυξάνεται αντί να μειώνεται!
Έχει αυτό κάποια σημασία ή είναι απλά θέμα γοήτρου; Έχει ζωτική σημασία για την χώρα μας, για δύο λόγους. Πρώτον γιατί, όπως είναι εμφανές, η υπάρχουσα ανάπτυξη δεν επαρκεί για να ικανοποιήσει τις κοινωνικές ανάγκες και προτεραιότητες, τόσο εκείνες που είναι διαχρονικές, όσο και αυτές που αναδεικνύονται από την εξέλιξη της ζωής και την πρόοδο της κοινωνίας. Δεύτερον γιατί αυτό, η συγκριτική ισχύς, τόσο στην οικονομία όσο και παντού αλλού, είναι ένας όρος επιβίωσης και ασφάλειας για μία χώρα.
Εάν η χώρα βρεθεί να είναι η πλέον αδύναμη οικονομικά στη γεωγραφική της περιοχή, περικυκλωμένη από πολύ ισχυρότερες, τότε το μέλλον της είναι υποθηκευμένο και η επιβίωσή της επισφαλής.
Ο Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας υποχρεούται να μιλάει την γλώσσα της αλήθειας. Αυτή είναι η αποστολή του και αυτό οφείλει να πράττει.
Ο Κωνσταντίνος Γάτσιος είναι ομότιμος καθηγητής, πρώην πρύτανης του ΟΠΑ, και Τομεάρχης Ανάπτυξης του ΠΑΣΟΚ. Ο Δημήτρης Α. Ιωάννου είναι οικονομολόγος.
- Μείωση στην παραγωγικότητα στην εργασία, 15 χρόνια πριν από τη διάγνωση πρώιμης άνοιας
- Στα καλύτερα ευρωπαϊκά νησιά συγκαταλέγεται η Άνδρος
- Γερμανία: Σε 10 χρόνια φυλάκιση καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος για τον θάνατο του ελεγκτή τρένου
- Ο φετινός Ιούνιος ήταν ο θερμότερος στα χρονικά στη δυτική Ευρώπη
- Χιλιάδες συλλήψεις και κατάσχεση 300 εκατ. δολαρίων σε παγκόσμια επιχείρηση της Interpol
ΑΡΘΡΑ
Ας μιλήσουμε λοιπόν για το χρέος, κύριε πρωθυπουργέ (του Κωνσταντίνου Γάτσιου)
Στον τρόπο με τον οποίο πραγματοποιείται η πρόωρη αποπληρωμή του χρέους της χώρας: μέσω της χρήσης των ταμειακών διαθεσίμων των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης (ασφαλιστικών ταμείων και άλλων δημόσιων οργανισμών), αναφέρεται στο άρθρο του με τίτλο «Ας μιλήσουμε λοιπόν για το χρέος, κύριε πρωθυπουργέ», ο Κωνσταντίνος Γάτσιος, ομότιμος καθηγητής και πρώην πρύτανης στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Το Βήμα της Κυριακής» στις 24-5-2026.
Ας μιλήσουμε λοιπόν για το χρέος, κύριε πρωθυπουργέ
Κωνσταντίνος Γάτσιος
Η επιτυχής αντιμετώπιση μίας κατάστασης προϋποθέτει, πρώτα απ’ όλα, την ορθή κατανόησή της. Αλλιώς, κινδυνεύεις να οδηγηθείς σε εσφαλμένα –ενίοτε καταστροφικά– συμπεράσματα. Το σκέφτομαι αυτό παρακολουθώντας τον σχεδόν πανηγυρικό τρόπο με τον οποίο η κυβέρνηση παρουσιάζει την πρόωρη αποπληρωμή κρατικού χρέους ως μία από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της οικονομικής της πολιτικής.
Το κλίμα αυτό ενισχύει ο ίδιος ο πρωθυπουργός. Σε πρόσφατη επίσκεψή του στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και με αφορμή την επικείμενη πρόωρη αποπληρωμή κρατικού χρέους ύψους 6,9 δισ. ευρώ –ποσό που προστίθεται στα ήδη 29 δισ. ευρώ πρόωρων αποπληρωμών στην εξαετία 2020-2025– χαρακτήρισε την ταχύτητα μείωσης του χρέους ως «μία πολύ μεγάλη επιτυχία», τη μεγαλύτερη μάλιστα «στην ιστορία των σύγχρονων οικονομιών», προσθέτοντας με νόημα ότι «δεν μιλάμε αρκετά» γι’ αυτήν.
Ας μιλήσουμε λοιπόν για το χρέος, κύριε πρωθυπουργέ.
Η εικόνα που καλλιεργείται είναι σαφής: η ελληνική οικονομία έχει αποκτήσει τέτοια δυναμική ώστε όχι μόνο καλύπτει με άνεση τις ανάγκες της, αλλά διαθέτει και πλεονάζοντες πόρους για να αποπληρώνει πρόωρα δισεκατομμύρια χρέους, εξοικονομώντας σημαντικά ποσά σε τόκους.
Όμως αυτή είναι μόνο η μισή αλήθεια.
Διότι η εντυπωσιακή μείωση του εξωτερικού κρατικού χρέους των τελευταίων ετών δεν στηρίχθηκε πρωτίστως σε υψηλά δημοσιονομικά πλεονάσματα ή σε κάποια εκρηκτική αναπτυξιακή επίδοση της οικονομίας. Πώς θα μπορούσε, άλλωστε, όταν στην εξαετία 2020-2025 η εκτέλεση των κρατικών προϋπολογισμών ήταν κάθε χρόνο ελλειμματική, εμφανίζοντας σωρευτικό έλλειμμα 51,7 δισ. ευρώ; Στηρίχθηκε κυρίως στην εκτεταμένη αξιοποίηση των ταμειακών διαθεσίμων των λοιπών φορέων της Γενικής Κυβέρνησης –ασφαλιστικών ταμείων, οργανισμών και λοιπών δημόσιων φορέων– καθώς και στην προοδευτική απομείωση του λεγόμενου cash buffer, του ταμειακού «μαξιλαριού ασφαλείας» της χώρας. Στην επικείμενη αποπληρωμή θα χρησιμοποιηθούν τα εναπομείναντα 5,4 δισ. ευρώ. Το αρχικό απόθεμα των 15,7 δισ. ευρώ ουσιαστικά εξαντλείται.
Με απλά λόγια, το κράτος δανείζεται συστηματικά από τους ίδιους του τους φορείς μέσω repos –βραχυχρόνιου ενδοκυβερνητικού δανεισμού– προκειμένου να αποπληρώνει εξωτερικό χρέος και να καλύπτει ταμειακές του ανάγκες.
Το αποτέλεσμα είναι ότι ο ενδοκυβερνητικός δανεισμός μέσω repos έχει υπερδιπλασιαστεί μέσα στην τελευταία εξαετία στα 62,8 δισ. ευρώ, προσεγγίζοντας πλέον το 25% του ΑΕΠ της χώρας –μέγεθος που δύσκολα συναντά κανείς σε σύγχρονη οικονομία.
Υπάρχει, βεβαίως, και ένα ευρύτερο θεσμικό και πολιτικό ζήτημα: κατά πόσον είναι ορθό τα διαθέσιμα ασφαλιστικών ταμείων και λοιπών δημόσιων φορέων να αντιμετωπίζονται, στην πράξη, ως μία ενιαία δεξαμενή κεντρικής κρατικής διαχείρισης. Δεν είναι της παρούσης να αναπτυχθεί το θέμα αυτό, αν και η σημασία του είναι προφανής.
Ας μείνουμε όμως στο βασικό.
Αυτό που συμβαίνει δεν είναι απαραίτητα παράλογο ως εργαλείο ταμειακής διαχείρισης. Όλες οι χώρες χρησιμοποιούν σε έναν βαθμό παρόμοιους μηχανισμούς –αν και όχι στην έκταση που χρησιμοποιούνται στην Ελλάδα. Πράγματι, όταν τα επιτόκια ήταν σχεδόν μηδενικά και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα πλημμύριζε την ευρωζώνη με φθηνή ρευστότητα, θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι η αξιοποίηση αδρανών διαθεσίμων για τη μείωση ακριβότερου χρέους είχε μία οικονομική λογική.
Το κρίσιμο ερώτημα, όμως, είναι άλλο.
Γιατί αυτή η πολιτική όχι μόνο δεν περιορίζεται, αλλά συνεχίζεται και σήμερα, σε ένα διεθνές περιβάλλον εντελώς διαφορετικό;
Η εποχή του φθηνού χρήματος έχει τελειώσει. Ο πληθωρισμός αναζωπυρώνεται. Μαζί του, η τάση των επιτοκίων γίνεται έντονα αυξητική. Η διεθνής οικονομία εισέρχεται σε περίοδο αυξημένης αβεβαιότητας, ενώ οι κίνδυνοι ύφεσης ή και στασιμοπληθωρισμού δεν μπορούν πλέον να αποκλειστούν.
Σε τέτοιες συνθήκες, η ρευστότητα αποκτά τεράστια σημασία. Κι όμως, η κυβέρνηση συνεχίζει να απομειώνει το cash buffer μέχρι μηδενισμού του και, ταυτόχρονα, να αντλεί δισεκατομμύρια ρευστότητας από φορείς της Γενικής Κυβέρνησης.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται το πρόβλημα.
Το κράτος δεν μειώνει το χρέος του επειδή διαθέτει πλεονάζοντα πλούτο. Υποκαθιστά εξωτερικό χρέος με εσωτερικό, ενδοκυβερνητικό δανεισμό.
Η διαφορά δεν είναι λογιστικά αμελητέα.
Διότι τα χρήματα που χρησιμοποιούνται σήμερα για τη βελτίωση της εικόνας του χρέους δεν εξαφανίζονται. Ανήκουν σε ασφαλιστικά ταμεία, οργανισμούς και δημόσιους φορείς που ενδέχεται αύριο να χρειαστούν πραγματική ρευστότητα. Και τότε το κράτος θα υποχρεωθεί να επιστρέψει στις αγορές για να τη βρει –πιθανότατα με πολύ ακριβότερους όρους από εκείνους των ομολόγων που σήμερα αποπληρώνει πρόωρα.
Με άλλα λόγια, η χώρα ανταλλάσσει σημερινή λογιστική βελτίωση με αυξημένο μελλοντικό κίνδυνο χρηματοδότησης.
Και εδώ προκύπτει ένα ακόμη κρίσιμο ερώτημα.
Το cash buffer δημιουργήθηκε ως μηχανισμός ασφαλείας για δύσκολες περιόδους: ως ένα απόθεμα προστασίας απέναντι στον κίνδυνο αποκλεισμού της χώρας από τις αγορές ή απέναντι σε μία νέα διεθνή αναταραχή.
Είναι άραγε συνετό να αποδυναμώνεται σταδιακά αυτό το απόθεμα όχι λόγω έκτακτης ανάγκης, αλλά προκειμένου να επιταχύνεται η εικόνα αποκλιμάκωσης του χρέους;
Διότι κάποια στιγμή η συγκυρία μπορεί να αλλάξει απότομα. Και τότε η ύπαρξη πραγματικών ταμειακών διαθεσίμων –πραγματικής ρευστότητας, όχι repos– θα αποδειχθεί πολύ σημαντικότερη από τους σημερινούς επικοινωνιακούς πανηγυρισμούς.
Ας το δούμε με ένα απλό παράδειγμα.
Μία οικογένεια οφείλει χρήματα σε τρίτους, αλλά δεν διαθέτει επαρκή ρευστότητα για να αποπληρώσει το χρέος της. Έτσι χρησιμοποιεί τις αποταμιεύσεις των παιδιών της από τον κουμπαρά τους. Παίρνει τα χρήματα, αφήνει στα παιδιά ένα χαρτί –μία υπόσχεση επιστροφής– και εξοφλεί την οφειλή.
Τι πέτυχε στην πραγματικότητα;
Το χρέος προς τρίτους μειώθηκε, αλλά αντικαταστάθηκε από ένα ισόποσο εσωτερικό χρέος: εκείνο των γονέων προς τα παιδιά τους. Κάπως έτσι λειτουργεί σήμερα και ένα σημαντικό μέρος της διαχείρισης του ελληνικού δημόσιου χρέους.
Και κάτι ακόμη.
Τα παιδιά, αργά ή γρήγορα, θα ζητήσουν πίσω τα χρήματά τους για τη σχολική εκδρομή. Και το χαρτί/repos των γονιών τους δεν γίνεται δεκτό ως μέσο πληρωμής.
Ο Κωνσταντίνος Γάτσιος είναι ομότιμος καθηγητής, πρώην πρύτανης στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών.
- Μείωση στην παραγωγικότητα στην εργασία, 15 χρόνια πριν από τη διάγνωση πρώιμης άνοιας
- Στα καλύτερα ευρωπαϊκά νησιά συγκαταλέγεται η Άνδρος
- Γερμανία: Σε 10 χρόνια φυλάκιση καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος για τον θάνατο του ελεγκτή τρένου
- Ο φετινός Ιούνιος ήταν ο θερμότερος στα χρονικά στη δυτική Ευρώπη
- Χιλιάδες συλλήψεις και κατάσχεση 300 εκατ. δολαρίων σε παγκόσμια επιχείρηση της Interpol
ΑΡΘΡΑ
Το «μοντέλο Πορτογαλίας» στα τεχνολογικά hubs – και γιατί αφορά άμεσα τη Θεσσαλονίκη (του Βασιλείου Φωτεινόπουλου)
Τα τελευταία δέκα χρόνια, η Πορτογαλία κατάφερε κάτι που λίγες ευρωπαϊκές χώρες πέτυχαν με τόσο συντονισμένο τρόπο: να μετατραπεί από περιφερειακή οικονομία σε έναν από τους πιο δυναμικούς τεχνολογικούς κόμβους (tech hubs) της Ευρώπης. Το παράδειγμα αυτό δεν είναι ούτε τυχαίο ούτε ανεξήγητο. Αντίθετα, αποτελεί προϊόν συγκεκριμένης στρατηγικής που συνδύασε δημόσιες πολιτικές, επενδύσεις και ανθρώπινο κεφάλαιο.
Τι έκανε διαφορετικά η Πορτογαλία
Η επιτυχία της Πορτογαλίας βασίστηκε σε τέσσερις βασικούς πυλώνες:
1. Συστηματική εθνική στρατηγική ψηφιακού μετασχηματισμού
Η χώρα υιοθέτησε μια ολοκληρωμένη στρατηγική για την ψηφιακή οικονομία, επενδύοντας ταυτόχρονα σε ανθρώπους, επιχειρήσεις, κράτος και υποδομές.
Δεν επρόκειτο απλώς για στήριξη startups, αλλά για συνολική αναδιάρθρωση της οικονομίας με επίκεντρο την τεχνολογία.
2. Δημιουργία οικοσυστήματος (ecosystem) – όχι μεμονωμένων εταιρειών
Η Πορτογαλία επένδυσε σε:
- πάνω από 150 incubators και accelerators
- Digital Innovation Hubs και testbeds για πειραματισμό τεχνολογιών
- ισχυρή διασύνδεση πανεπιστημίων–αγοράς
Αυτό δημιούργησε «δικτυακά αποτελέσματα» (network effects), όπου η γνώση και το ταλέντο ανακυκλώνονται μεταξύ εταιρειών.
3. Προσέλκυση διεθνών κολοσσών
Μεγάλοι παίκτες όπως Google, Microsoft, Siemens και Cisco εγκατέστησαν hubs στη χώρα , ενώ εταιρείες όπως Revolut και Cloudflare δημιούργησαν ομάδες προϊόντων και R&D .
Αυτό:
- αύξησε την αξιοπιστία της χώρας
- δημιούργησε «anchor investors»
- λειτούργησε ως μαγνήτης για ταλέντο
4. Στοχευμένα κίνητρα και ποιότητα ζωής
Η Πορτογαλία προσέφερε:
- ανταγωνιστικό κόστος λειτουργίας
- φορολογικά κίνητρα
- υψηλή ποιότητα ζωής
- αγγλόφωνο και εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό
Το αποτέλεσμα ήταν να προσελκύσει όχι μόνο εταιρείες, αλλά και διεθνές ανθρώπινο κεφάλαιο.
Η προστιθέμενη αξία στην οικονομία
Η στρατηγική αυτή είχε μετρήσιμα αποτελέσματα:
- Ο τεχνολογικός τομέας έφτασε περίπου το 5,5% του ΑΕΠ
- Δημιουργήθηκαν χιλιάδες θέσεις υψηλής εξειδίκευσης
- Πάνω από 120 διεθνείς εταιρείες εγκαταστάθηκαν τα τελευταία χρόνια
- Ο κλάδος ICT απασχολεί περίπου 200.000 εργαζόμενους
Πέρα όμως από τους αριθμούς, το σημαντικότερο ήταν η ποιοτική αλλαγή:
- μετάβαση από χαμηλής αξίας υπηρεσίες σε εξαγώγιμη γνώση και καινοτομία
- αύξηση παραγωγικότητας
- ενίσχυση του brain gain
Γιατί το ανθρώπινο δυναμικό είναι το «κλειδί»
Η Πορτογαλία δεν προσέλκυσε απλώς εταιρείες – προσέλκυσε ανθρώπους.
Η συγκέντρωση υψηλής εξειδίκευσης:
- δημιουργεί clusters γνώσης
- αυξάνει τη δημιουργία startups
- ενισχύει την καινοτομία σε όλους τους κλάδους
Με απλά λόγια: κάθε μηχανικός ή product manager που εγκαθίσταται, πολλαπλασιάζει την αξία του οικοσυστήματος.
Τι θα σήμαινε αυτό για τη Θεσσαλονίκη
Αν ένα αντίστοιχο μοντέλο εφαρμοζόταν στη Θεσσαλονίκη, τα οφέλη θα μπορούσαν να είναι καταλυτικά:
1. Μετατροπή της πόλης σε τεχνολογικό κόμβο Νοτιοανατολικής Ευρώπης
Η γεωγραφική θέση της Θεσσαλονίκης (Βαλκάνια – ΕΕ – Ανατολική Μεσόγειος) την καθιστά ιδανική για regional hubs.
2. Αντιστροφή brain drain
Η ύπαρξη μεγάλων tech hubs:
- θα κρατούσε Έλληνες μηχανικούς στη χώρα
- θα επανέφερε ταλέντο από το εξωτερικό
3. Αύξηση ΑΕΠ και παραγωγικότητας
Ο κλάδος τεχνολογίας έχει υψηλή προστιθέμενη αξία και εξαγωγικό χαρακτήρα, κάτι που λείπει από την ελληνική οικονομία.
4. Αναβάθμιση πανεπιστημίων
Η σύνδεση ΑΠΘ και Πανεπιστημίου Μακεδονίας με διεθνείς εταιρείες θα ενίσχυε:
- έρευνα
- καινοτομία
- πρακτική εκπαίδευση
5. Δημιουργία «οικοσυστήματος» και όχι μεμονωμένων επενδύσεων
Η μεγαλύτερη παγίδα για την Ελλάδα είναι να βλέπει τις επενδύσεις αποσπασματικά.
Το παράδειγμα της Πορτογαλίας δείχνει ότι η επιτυχία έρχεται όταν:
- συνδυάζονται πολιτικές
- δημιουργούνται δίκτυα
- υπάρχει συνέπεια στο χρόνο
Συμπέρασμα
Η Πορτογαλία δεν έγινε τεχνολογικός κόμβος επειδή είχε χαμηλό κόστος. Έγινε επειδή δημιούργησε ένα ολοκληρωμένο οικοσύστημα που συνδέει ανθρώπους, εταιρείες, κράτος και γνώση.
Η Ελλάδα –και ειδικά η Θεσσαλονίκη– έχει τα βασικά συστατικά:
- πανεπιστήμια
- γεωγραφική θέση
- ανθρώπινο δυναμικό
Αυτό που λείπει είναι η στρατηγική συνέπεια και η κλίμακα.
Αν το «μοντέλο Πορτογαλίας» εφαρμοστεί σωστά, η Θεσσαλονίκη δεν θα είναι απλώς μια περιφερειακή πόλη – θα μπορούσε να εξελιχθεί σε έναν από τους βασικούς τεχνολογικούς κόμβους της Ευρώπης.

Βασίλειος Φωτεινόπουλος
Διευθυντής ανάπτυξης συστημάτων πληρωμών σε πολυεθνική Σκανδιναβική Τράπεζα
Αναπληρωτής Γραμματέας Απόδημου Ελληνισμού ΠΑΣΟΚ
Μέλος της γραμματείας Ψηφιακής Πολιτικής ΠΑΣΟΚ
- Μείωση στην παραγωγικότητα στην εργασία, 15 χρόνια πριν από τη διάγνωση πρώιμης άνοιας
- Στα καλύτερα ευρωπαϊκά νησιά συγκαταλέγεται η Άνδρος
- Γερμανία: Σε 10 χρόνια φυλάκιση καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος για τον θάνατο του ελεγκτή τρένου
- Ο φετινός Ιούνιος ήταν ο θερμότερος στα χρονικά στη δυτική Ευρώπη
- Χιλιάδες συλλήψεις και κατάσχεση 300 εκατ. δολαρίων σε παγκόσμια επιχείρηση της Interpol
ΑΡΘΡΑ
Η ψήφος των Ελλήνων του Εξωτερικού: Από τη συνταγματική πρόβλεψη του 2001 στην επιστολική ψήφο των επόμενων εκλογών
Η συζήτηση για τη συμμετοχή των Ελλήνων της Διασποράς στις εθνικές εκλογές δεν είναι νέα. Αποτελεί ένα αίτημα δεκαετιών του Απόδημου Ελληνισμού και μια συνταγματική πρόβλεψη που άργησε πολύ να μετατραπεί σε πραγματικότητα. Από την αναθεώρηση του Συντάγματος το 2001 μέχρι τη σημερινή θεσμοθέτηση της επιστολικής ψήφου, η διαδρομή υπήρξε μακρά, πολιτικά δύσκολη και γεμάτη αντιπαραθέσεις.
Στην πρόσφατη συνεδρίαση της Ολομέλειας της Βουλής ψηφίστηκε κατά πλειοψηφία το νομοσχέδιο του Υπουργείου Εσωτερικών με τίτλο «Ορισμός εκλογικής περιφέρειας Απόδημου Ελληνισμού – Διευκόλυνση άσκησης εκλογικού δικαιώματος εκλογέων εκτός επικράτειας μέσω επιστολικής ψήφου για τις βουλευτικές εκλογές».
Η ψηφοφορία κατέδειξε δύο διαφορετικές θεσμικές εξελίξεις:
Πρώτον, οι διατάξεις που αφορούν τη δυνατότητα επιστολικής ψήφου για τους Έλληνες του εξωτερικού συγκέντρωσαν πάνω από 200 θετικές ψήφους, όπως απαιτείται από το Σύνταγμα. Αυτό σημαίνει ότι η επιστολική ψήφος θα ισχύσει από τις επόμενες εθνικές εκλογές, δίνοντας πλέον στους Έλληνες της Διασποράς έναν πιο άμεσο και πρακτικό τρόπο συμμετοχής στη δημοκρατική διαδικασία.
Δεύτερον, οι διατάξεις που αφορούν τη σύσταση εκλογικής περιφέρειας Απόδημου Ελληνισμού δεν συγκέντρωσαν την απαιτούμενη πλειοψηφία των 2/3 της Βουλής (200 ψήφους). Παρότι έλαβαν περίπου 161–162 ψήφους υπέρ, δεν θα ισχύσουν στις επόμενες εθνικές εκλογές. Με βάση τη συνταγματική πρόβλεψη, η εφαρμογή τους μετατίθεται για επόμενες εκλογικές αναμετρήσεις που θα διεξαχθούν με σταυρό προτίμησης.
Στην ονομαστική ψηφοφορία συμμετείχαν 296 βουλευτές. Τα άρθρα που προέβλεπαν τη δημιουργία εκλογικής περιφέρειας αποδήμων (άρθρα 3, 4, 6, 10, 11 και 12) έλαβαν περίπου 161–162 ψήφους υπέρ, 133–134 κατά και ένα «παρών», αριθμός που δεν επαρκεί για την άμεση εφαρμογή τους.
Αντίθετα, τα άρθρα που αφορούν τη διευκόλυνση άσκησης του εκλογικού δικαιώματος εκτός επικράτειας (άρθρα 13 έως 25), συγκέντρωσαν 201 έως 207 θετικές ψήφους, ξεπερνώντας το συνταγματικό όριο των 200. Έτσι θεσμοθετείται:
- η δυνατότητα επιστολικής ψήφου,
- η επιλογή μεταξύ επιστολικής ή δια ζώσης συμμετοχής,
- η αναβάθμιση των ειδικών εκλογικών καταλόγων εξωτερικού,
- η προσαρμογή των εκλογικών διαδικασιών για τους εκλογείς εκτός Ελλάδας.
Το συνταγματικό πλαίσιο: Άρθρα 51 και 54
Η θεσμική βάση της συμμετοχής των Ελλήνων του εξωτερικού βρίσκεται στο άρθρο 51 του Συντάγματος, το οποίο κατοχυρώνει την αρχή της καθολικής και ισότιμης ψήφου. Η αναθεώρηση του 2001 εισήγαγε ρητά τη δυνατότητα να καθορίζεται με νόμο ο τρόπος άσκησης του εκλογικού δικαιώματος των εκλογέων που βρίσκονται εκτός επικράτειας.
Το Σύνταγμα ορίζει επίσης ότι για τέτοιου είδους ρυθμίσεις απαιτείται ενισχυμένη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, γεγονός που εξηγεί γιατί πολλές προσπάθειες στο παρελθόν δεν κατάφεραν να συγκεντρώσουν τον απαραίτητο αριθμό ψήφων.
Παράλληλα, το άρθρο 54 του Συντάγματος δίνει τη δυνατότητα να καθοριστεί με νόμο η εκλογική περιφέρεια των Ελλήνων του εξωτερικού και ο αριθμός των βουλευτών που θα την εκπροσωπούν. Ωστόσο, η εφαρμογή τέτοιων αλλαγών συνδέεται με αυξημένες πλειοψηφίες και συγκεκριμένες προϋποθέσεις ως προς τον χρόνο ισχύος τους.
Μια μακρά διαδρομή
Η πορεία προς την πολιτική συμμετοχή της Διασποράς πέρασε από πολλά στάδια:
- τη συνταγματική αναθεώρηση του 2001,
- τις συζητήσεις και προτάσεις της επόμενης δεκαετίας,
- τον νόμο του 2019, που επέτρεψε για πρώτη φορά τη συμμετοχή αποδήμων υπό αυστηρές προϋποθέσεις,
- και τη σημερινή διεύρυνση της διαδικασίας μέσω της επιστολικής ψήφου.
Η εξέλιξη αυτή αποτελεί ένα ακόμη βήμα προς την ουσιαστική ενσωμάτωση των Ελλήνων του εξωτερικού στη δημοκρατική λειτουργία της χώρας, χωρίς όμως να ολοκληρώνει ακόμη τη συζήτηση για την πλήρη πολιτική εκπροσώπηση της Διασποράς.
Συμπέρασμα
Με την πρόσφατη ψηφοφορία της Βουλής, ανοίγει ένας νέος θεσμικός δρόμος για τη συμμετοχή των Ελλήνων του εξωτερικού στις εθνικές εκλογές. Η επιστολική ψήφος θα εφαρμοστεί από τις επόμενες εκλογές, διευκολύνοντας σημαντικά τη συμμετοχή τους.
Ταυτόχρονα όμως, η εκλογική περιφέρεια Απόδημου Ελληνισμού παραμένει ένα ανοικτό πολιτικό ζήτημα για το μέλλον, καθώς δεν συγκέντρωσε την απαιτούμενη συνταγματική πλειοψηφία για άμεση εφαρμογή.
Η εξέλιξη αυτή δείχνει ότι, παρότι έγιναν σημαντικά βήματα, ο διάλογος για την πλήρη ισοτιμία και πολιτική εκπροσώπηση του Απόδημου Ελληνισμού συνεχίζεται.
Αναγκαιότητα
Η επανασύσταση και ουσιαστική λειτουργία του Συμβούλιο Απόδημου Ελληνισμού είναι σήμερα περισσότερο από ποτέ αναγκαία.
Αν πράγματι επιδιώκεται η συμμετοχή της Διασποράς, τότε πρέπει να αντιμετωπίζεται:
Όχι ως απλό εκλογικό σώμα.
Αλλά ως ζωντανό τμήμα του Έθνους.
Ως προέκταση της χώρας σε κάθε γωνιά του κόσμου.

- Μείωση στην παραγωγικότητα στην εργασία, 15 χρόνια πριν από τη διάγνωση πρώιμης άνοιας
- Στα καλύτερα ευρωπαϊκά νησιά συγκαταλέγεται η Άνδρος
- Γερμανία: Σε 10 χρόνια φυλάκιση καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος για τον θάνατο του ελεγκτή τρένου
- Ο φετινός Ιούνιος ήταν ο θερμότερος στα χρονικά στη δυτική Ευρώπη
- Χιλιάδες συλλήψεις και κατάσχεση 300 εκατ. δολαρίων σε παγκόσμια επιχείρηση της Interpol
ΑΡΘΡΑ
Η Ευρώπη στην Εποχή των Τεράτων: Το Λυκόφως του Διαφωτισμού
«Ο παλιός κόσμος πεθαίνει και ο νέος πασχίζει να γεννηθεί, τώρα είναι η εποχή των τεράτων», έγραψε ο Αντόνιο Γκράμσι ορίζοντας την κρίση και το κενό. Ζούμε στην εποχή μιας μεγάλης γεωπολιτικής ανακατανομής.
Κοιτάζοντας τον παγκόσμιο χάρτη, η Ευρώπη μοιάζει να συρρικνώνεται δραματικά ανάμεσα στους γίγαντες της εποχής μας: την τεχνολογική υπεροπλία των ΗΠΑ, τον βιομηχανικό δράκο της Κίνας, τον αδίστακτο αναθεωρητισμό της Ρωσίας και την ανερχόμενη δημογραφική υπερδύναμη της Ινδίας. Ωστόσο, η πραγματική τραγωδία της Γηραιάς Ηπείρου δεν μετριέται με δείκτες ΑΕΠ ή με τον αριθμό των πυρηνικών κεφαλών. Το πραγματικό τραύμα είναι βαθύτερο, υπαρξιακό και αφορά την ψυχή του δυτικού πολιτισμού: την ίδια τη Δημοκρατία.
Η Ευρώπη απαξιώνεται σήμερα πρωτίστως ως ο θεματοφύλακας των οικουμενικών αξιών του Διαφωτισμού. Υπήρξε η μήτρα που γέννησε την κοινοβουλευτική Δημοκρατία, τα ατομικά δικαιώματα, τον ορθολογισμό και την ισονομία. Σήμερα, αυτό το οικοδόμημα τρίζει συθέμελα. Το μοντέλο της φιλελεύθερης δημοκρατίας υποχωρεί άτακτα μπροστά στην κυριαρχία του αυταρχισμού και του κυνισμού. Η αποτελεσματικότητα των ανελεύθερων καθεστώτων προβάλλεται ως λύση, ενώ οι αργόσυρτες διαδικασίες του διαλόγου χλευάζονται ως αδυναμία. Η Ευρώπη χάνει την ηθική της πυξίδα, επιτρέποντας στο «δίκαιο του ισχυρού» να αντικαταστήσει το κράτος δικαίου.
Η περίπτωση της Βενεζουέλας δεν είναι απλώς μια περιφερειακή κρίση· αποτελεί την εναρκτήρια πράξη ενός κόσμου χωρίς Διεθνές Δίκαιο, όπου η βούληση των πολλών συνθλίβεται από τη βία των λίγων, με την Ευρώπη σε ρόλο αμήχανου παρατηρητή. Παράλληλα, η περίπτωση της Γροιλανδίας –την οποία οι μεγάλες δυνάμεις αντιμετωπίζουν ως οικόπεδο προς εξαγορά– σηματοδοτεί την ουσιαστική διάλυση των διεθνών θεσμών. Οι οργανισμοί που η Ευρώπη στήριξε καταρρέουν ταχύτατα, και στη θέση τους κυριαρχεί η ωμή συναλλαγή και ο εκβιασμός.
Και ενώ ο κόσμος φλέγεται, η Ευρώπη κοιτάζει τον εαυτό της στον καθρέφτη και βλέπει ένα πρόσωπο γερασμένο.
Δημογραφικά εξαντλημένη, η ήπειρος μετατρέπεται σε έναν πολυτελή οίκο ευγηρίας, ανήμπορη να υπερασπιστεί τα σύνορά της. Οικονομικά, η Ευρωπαϊκή Ένωση παραμένει απολύτως εξαρτημένη. Ταυτόχρονα, η ηγεσία της διαπράττει το απόλυτο σφάλμα: πυροβολεί τα πόδια της, καταστρέφοντας την παραγωγική της βάση. Στο όνομα μιας γραφειοκρατικής ατζέντας, οδηγεί σε αφανισμό τον πρωτογενή τομέα, τη ραχοκοκαλιά της κοινωνικής συνοχής.
Το αναπόφευκτο αποτέλεσμα αυτής της πολυεπίπεδης κρίσης είναι η στροφή στο σκοτάδι. Μέσα σε κλίμα γενικευμένης ανασφάλειας, η Ευρώπη βυθίζεται σε μια επικίνδυνη εσωστρέφεια, θρέφοντας το τέρας της ακροδεξιάς που την διαλύει και την αποδυναμώνει. Δεν υπάρχουν ενιαίες θέσεις και κοινή στρατηγική. Ο Ζακ Ντελόρ έλεγε πως «Η Ευρώπη είναι μια σκέψη που χρειάζεται να γίνει συναίσθημα για να επιβιώσει». Σήμερα η Ενωμένη Ευρώπη απέμεινε μια γραφειοκρατική μηχανή. Οι πολίτες, νιώθουν προδομένοι από τους θεσμούς και απροστάτευτοι και αναζητούν καταφύγιο στον εθνικισμό και τη μισαλλοδοξία. Η άνοδος των άκρων είναι η νέα κανονικότητα μιας ηπείρου που υψώνει τείχη και είναι ανίκανη να συνθέσει. Αν η Ευρώπη συνεχίσει να κατατρώει τις σάρκες της, εγκλωβισμένη στη διαφθορά στη φοβικότητα και την εσωστρέφεια, θα καταλήξει ένα περίκλειστο φρούριο, όπου οι φλόγες του Διαφωτισμού θα έχουν σβήσει οριστικά κάτω από τη βαριά σκιά του αυταρχισμού και του πολιτικού κυνισμού.
Ο μόνος δρόμος διαφυγής από αυτόν τον ιστορικό κατήφορο απαιτεί μια βίαιη αφύπνιση και μια ριζική αλλαγή παραδείγματος. Η λύση δεν βρίσκεται στην αναδίπλωση, αλλά στη στρατηγική αυτονομία. Η Ευρώπη οφείλει να πάψει να είναι ο αδύναμος παρατηρητής και να μετατραπεί σε μια ενιαία πολιτική και αμυντική οντότητα, έναν ισχυρό παγκόσμιο παίκτη που δεν θα εξαρτάται από τις διαθέσεις τρίτων.
Αυτό προϋποθέτει την επιστροφή στην πραγματική οικονομία: την προστασία και ενίσχυση του πρωτογενούς τομέα και της βιομηχανίας της, ώστε να διασφαλίσει την επάρκειά της και να σταματήσει την εσωτερική αιμορραγία. Πολιτικά, απαιτείται ένας νέος Διαφωτισμός με ισχυρή Δημοκρατία που προσφέρει ασφάλεια και ευημερία στους πολίτες της, βασισμένη στις θεμελιώδεις ιστορικές της αξίες, στον Ορθολογισμό και τον Ανθρωπισμό.

Μαρία Τολίκα, Διδάκτωρ Πολιτικών Επιστημών ΑΠΘ
Επ. Καθηγήτρια ESCE, Paris, France
- Μείωση στην παραγωγικότητα στην εργασία, 15 χρόνια πριν από τη διάγνωση πρώιμης άνοιας
- Στα καλύτερα ευρωπαϊκά νησιά συγκαταλέγεται η Άνδρος
- Γερμανία: Σε 10 χρόνια φυλάκιση καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος για τον θάνατο του ελεγκτή τρένου
- Ο φετινός Ιούνιος ήταν ο θερμότερος στα χρονικά στη δυτική Ευρώπη
- Χιλιάδες συλλήψεις και κατάσχεση 300 εκατ. δολαρίων σε παγκόσμια επιχείρηση της Interpol
ΑΡΘΡΑ
Η ψήφος των Αποδήμων δεν μπορεί να γίνει προνόμιο των πλούσιων και των celebrities
Ψήφος Αποδήμων: Ένα σημαντικό βήμα, αλλά η δημοκρατική εκπροσώπηση του Ελληνισμού της Διασποράς δεν τελειώνει εδώ
Η επιστολική ψήφος ανοίγει τον δρόμο συμμετοχής των Ελλήνων του εξωτερικού. Η επόμενη μεγάλη πρόκληση είναι η πραγματική πολιτική τους εκπροσώπηση.
Η πρόσφατη ψήφιση του νομοσχεδίου για τη διευκόλυνση της άσκησης του εκλογικού δικαιώματος των Ελλήνων που ζουν εκτός επικράτειας αποτελεί μια σημαντική θεσμική εξέλιξη. Με περισσότερες από 200 θετικές ψήφους στη Βουλή, η δυνατότητα επιστολικής ψήφου για τους Έλληνες του εξωτερικού θα ισχύσει από τις επόμενες εθνικές εκλογές, διευκολύνοντας χιλιάδες πολίτες να συμμετάσχουν στη δημοκρατική διαδικασία της πατρίδας τους.
Πρόκειται για ένα βήμα που έρχεται να υλοποιήσει μια συνταγματική πρόβλεψη που υπάρχει εδώ και δεκαετίες. Από την αναθεώρηση του Συντάγματος του 2001, το άρθρο 51 κατοχυρώνει την αρχή της καθολικής και ισότιμης ψήφου και προβλέπει τη δυνατότητα να καθοριστεί με νόμο ο τρόπος άσκησης του εκλογικού δικαιώματος των Ελλήνων που βρίσκονται εκτός επικράτειας. Παράλληλα, το άρθρο 54 δίνει τη δυνατότητα ρύθμισης του εκλογικού συστήματος και της δημιουργίας ειδικών εκλογικών περιφερειών.
Ωστόσο, στην ίδια ψηφοφορία της Βουλής έγινε σαφές ότι η συζήτηση για την πολιτική εκπροσώπηση της Διασποράς παραμένει ανοικτή. Οι διατάξεις που αφορούν τη σύσταση εκλογικής περιφέρειας Απόδημου Ελληνισμού δεν συγκέντρωσαν την απαιτούμενη συνταγματική πλειοψηφία των 200 ψήφων. Έτσι, η εφαρμογή τους μετατίθεται για επόμενες εκλογικές διαδικασίες.
Με απλά λόγια: οι Έλληνες του εξωτερικού θα μπορούν πλέον να ψηφίζουν ευκολότερα, αλλά η θεσμική τους εκπροσώπηση στο Κοινοβούλιο παραμένει ένα ζήτημα που χρειάζεται ακόμη πολιτική τόλμη και συνεννόηση.
Η ανάγκη ενός πιο δίκαιου μοντέλου εκπροσώπησης
Η ελληνική διασπορά είναι από τις μεγαλύτερες στον κόσμο και απλώνεται σε πολλές ηπείρους. Για αυτόν τον λόγο, η συζήτηση για την πολιτική της εκπροσώπηση πρέπει να γίνει με ρεαλισμό και δημοκρατική ισορροπία.
Ένα πιο λειτουργικό μοντέλο θα μπορούσε να προβλέπει τέσσερις εκλογικές περιφέρειες του Απόδημου Ελληνισμού, ώστε να αποτυπώνεται η γεωγραφική πραγματικότητα των ελληνικών κοινοτήτων:
- Ευρώπη
- Αμερική
- Ωκεανία – Άπω Ανατολή
- Αφρική – Μέση Ανατολή
Μια τέτοια προσέγγιση θα επέτρεπε μια πιο ισορροπημένη και ουσιαστική εκπροσώπηση των Ελλήνων που ζουν σε διαφορετικά μέρη του κόσμου, αποφεύγοντας τις στρεβλώσεις μιας ενιαίας παγκόσμιας περιφέρειας.
Το μεγάλο ζήτημα: ο εκλογικός κατάλογος των αποδήμων
Για να μπορέσει όμως να λειτουργήσει ένα τέτοιο σύστημα, πρέπει πρώτα να δημιουργηθεί ένας ισχυρός και μεγάλος εκλογικός κατάλογος Ελλήνων του εξωτερικού.
Η εμπειρία των τελευταίων ετών έδειξε ότι οι διαδικασίες εγγραφής ήταν πολύπλοκες και συχνά αποτρεπτικές. Χιλιάδες Έλληνες που ζουν στο εξωτερικό δεν προχώρησαν σε εγγραφή, παρότι διατηρούν το εκλογικό τους δικαίωμα.
Η λύση είναι απλή:
όσοι Έλληνες πολίτες είναι ήδη εγγεγραμμένοι στους εκλογικούς καταλόγους της χώρας, θα πρέπει να μπορούν να εγγράφονται στον ειδικό εκλογικό κατάλογο εξωτερικού με μια απλή ψηφιακή διαδικασία, χωρίς πρόσθετα εμπόδια.
Μόνο έτσι θα δημιουργηθεί μια πραγματικά αντιπροσωπευτική βάση ψηφοφόρων που θα επιτρέψει στο μέλλον μια πιο ισχυρή και ουσιαστική πολιτική εκπροσώπηση της Διασποράς.
Μια μεταβατική αλλά δίκαιη λύση
Μέχρι να δημιουργηθεί ένας μεγάλος εκλογικός κατάλογος αποδήμων και να ωριμάσουν οι συνθήκες για μια αυτόνομη εκλογική περιφέρεια, αξίζει να εξεταστεί μια μεταβατική λύση.
Η εκπροσώπηση Ελλήνων της Διασποράς μέσω του ψηφοδελτίου Επικρατείας θα μπορούσε να αποτελέσει μια δίκαιη και ρεαλιστική επιλογή για την παρούσα φάση. Έτσι, θα εξασφαλιστεί ότι η φωνή των Ελλήνων του εξωτερικού θα ακούγεται στο Κοινοβούλιο μέχρι να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για ένα πιο ολοκληρωμένο μοντέλο εκπροσώπησης.
Η εμπειρία δείχνει ότι μια μικρή παγκόσμια εκλογική περιφέρεια, όπως για παράδειγμα η τριεδρική περιφέρεια αποδήμων, δημιουργεί σοβαρά προβλήματα. Ένας τέτοιος εκλογικός αγώνας απαιτεί τεράστιους οικονομικούς πόρους και υψηλή αναγνωρισιμότητα σε παγκόσμιο επίπεδο.
Στην πράξη, ένα τέτοιο σύστημα κινδυνεύει να ευνοήσει πολύ πλούσιους υποψηφίους ή ιδιαίτερα γνωστά πρόσωπα της δημόσιας ζωής, ακόμη και celebrities, και όχι απαραίτητα ανθρώπους της Διασποράς που έχουν πραγματική επαφή με τις ελληνικές κοινότητες και γνωρίζουν τα προβλήματά τους.
Η δημοκρατική εκπροσώπηση του Απόδημου Ελληνισμού δεν μπορεί να είναι προνόμιο της οικονομικής ισχύος ή της δημοσιότητας. Πρέπει να δίνει χώρο σε ανθρώπους που προέρχονται από τις ίδιες τις κοινότητες και μπορούν να εκφράσουν αυθεντικά τη φωνή τους.
Η Ελλάδα χρειάζεται τον Ελληνισμό της Διασποράς
Ο Ελληνισμός της Διασποράς αποτελεί ένα τεράστιο εθνικό κεφάλαιο. Από την Ευρώπη και την Αμερική μέχρι την Αυστραλία και την Αφρική, εκατομμύρια Έλληνες διατηρούν ζωντανή τη γλώσσα, τον πολιτισμό και την ταυτότητά τους, ενώ συμβάλλουν καθημερινά στην προβολή και την ενίσχυση της Ελλάδας διεθνώς.
Η ελληνική δημοκρατία οφείλει να τους αντιμετωπίζει ως ισότιμο κομμάτι του έθνους.
Η επιστολική ψήφος αποτελεί ένα σημαντικό βήμα προς αυτή την κατεύθυνση. Όμως ο δρόμος προς την πλήρη και ουσιαστική πολιτική εκπροσώπηση του Απόδημου Ελληνισμού παραμένει ανοικτός.
Η Ελλάδα του 21ου αιώνα πρέπει να χτίσει μια νέα, ουσιαστική σχέση με τους Έλληνες όλου του κόσμου. Μια σχέση συμμετοχής, εμπιστοσύνης και δημοκρατικής ισοτιμίας.

- Μείωση στην παραγωγικότητα στην εργασία, 15 χρόνια πριν από τη διάγνωση πρώιμης άνοιας
- Στα καλύτερα ευρωπαϊκά νησιά συγκαταλέγεται η Άνδρος
- Γερμανία: Σε 10 χρόνια φυλάκιση καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος για τον θάνατο του ελεγκτή τρένου
- Ο φετινός Ιούνιος ήταν ο θερμότερος στα χρονικά στη δυτική Ευρώπη
- Χιλιάδες συλλήψεις και κατάσχεση 300 εκατ. δολαρίων σε παγκόσμια επιχείρηση της Interpol
ΑΡΘΡΑ
Ψήφος Αποδήμων: Από τη συνταγματική πρόβλεψη στη δημοκρατική πρόκληση (του Βασίλη Βούλγαρη)
Χωρίς ενεργούς θεσμούς, χωρίς σταθερούς διαύλους επικοινωνίας και χωρίς πολιτικές που να απαντούν στις ανάγκες της σύγχρονης Διασποράς, η εκλογική συμμετοχή μετατρέπεται σε αποσπασματική πράξη και όχι σε στοιχείο ζωντανής δημοκρατίας.
Η συζήτηση για τη συμμετοχή των Ελλήνων του εξωτερικού στο εκλογικό σώμα δεν μπορεί και δεν πρέπει να περιορίζεται σε τεχνικές ρυθμίσεις ή σε απλή αριθμητική αποτύπωση εκλογικών αποτελεσμάτων. Αντίθετα, οφείλει να αντιμετωπίζεται ως κορύφωση της θεσμικής σχέσης της Ελληνικής Πολιτείας με τον Ελληνισμό της Διασποράς και ως βασικός πυλώνας μιας συνεκτικής, μακρόπνοης εθνικής στρατηγικής.
Η συνταγματική βάση για την ψήφο των αποδήμων τέθηκε ήδη με την αναθεώρηση του 2001 και τη θέσπιση του άρθρου 51 παρ. 4 του Συντάγματος. Ωστόσο, η ουσιαστική άσκηση του δικαιώματος καθυστέρησε σχεδόν δύο δεκαετίες, έως την ψήφιση του ν. 4648/2019. Το 2021, με τον ν. 4797/2021, (συζητήθηκαν τρεις εκλογικές περιφέρειες αποδήμων – Ευρώπης, Αμερικής και Λοιπού Κόσμου )– ως προϊόν νομοθετικής επιλογής και όχι συνταγματικής επιταγής. Μέχρι σήμερα 30-01-2026 που φτάνουμε πλέον στην διαβούλευση για την δημιουργία μιας 3εδρικής περιφέρειας
Η εκλογική περιφέρεια του Ελληνισμού της Διασποράς οφείλει να αποτελεί θεσμικό χώρο ουσιαστικής, διευρυμένης και δημοκρατικής συμμετοχής· έναν μόνιμο δίαυλο πολιτικής εκπροσώπησης, επικοινωνίας και συνδιαμόρφωσης πολιτικών. Όχι μια στενά εκλογική κατασκευή, χρήσιμη μόνο για την πρόσκαιρη αποτύπωση αριθμών ή για εσωτερικές πολιτικές σκοπιμότητες.
Ο προβληματισμός αυτός εντείνεται αν ληφθεί υπόψη ότι, παράλληλα με τη θεσμοθέτηση της ψήφου των αποδήμων, η Πολιτεία υποβάθμισε ή αδρανοποίησε βασικούς θεσμούς εκπροσώπησης της Διασποράς. Το Συμβούλιο Απόδημου Ελληνισμού (ΣΑΕ), που θα μπορούσε να λειτουργεί ως συλλογικό όργανο διαβούλευσης, θεσμικής μνήμης και στρατηγικής συνέχειας, οδηγήθηκε ουσιαστικά σε μαρασμό. Αντίστοιχα, η Γενική Γραμματεία Απόδημου Ελληνισμού υποβαθμίστηκε σε απλή διοικητική δομή, χωρίς επαρκείς πόρους, προσωπικό, σαφή αποστολή ή επιχειρησιακό σχέδιο.
Ακόμη και το πρόσφατο πρόγραμμα για την περίοδο 2024–2027 παραμένει, μέχρι σήμερα, ένα κείμενο περιορισμένης πρακτικής απήχησης: χωρίς συστηματική διαβούλευση με τους φορείς της Διασποράς, χρηματοδότηση , χωρίς μετρήσιμους στόχους και χωρίς σαφείς μηχανισμούς υλοποίησης. Η πολιτική για τον Απόδημο Ελληνισμό φαίνεται να εξαντλείται κυρίως στο επίπεδο της επικοινωνίας και όχι της πράξης.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί και η υποτονική – αν όχι σχεδόν ανύπαρκτη – λειτουργία της Διακομματικής Επιτροπής της Βουλής για τον Απόδημο Ελληνισμό τα τελευταία χρόνια. Ένας θεσμός που θα όφειλε να εγγυάται συνέχεια, συναίνεση και μακροπρόθεσμο σχεδιασμό, δείχνει να λειτουργεί περισσότερο τυπικά παρά ουσιαστικά.
Υπό αυτές τις συνθήκες, η ψήφος των αποδήμων κινδυνεύει να αποσυνδεθεί από το πραγματικό της νόημα. Χωρίς ενεργούς θεσμούς, χωρίς σταθερούς διαύλους επικοινωνίας και χωρίς πολιτικές που να απαντούν στις ανάγκες της σύγχρονης Διασποράς, η εκλογική συμμετοχή μετατρέπεται σε αποσπασματική πράξη και όχι σε στοιχείο ζωντανής δημοκρατίας.
Η πρόκληση, επομένως, δεν είναι απλώς εκλογική. Είναι βαθιά πολιτική και θεσμική.
Από τη διαπίστωση στην πρόταση
Η ενίσχυση της δημοκρατικής συμμετοχής των Ελλήνων της Διασποράς δεν μπορεί να εξαντλείται στην κάλπη, ούτε να περιορίζεται σε ένα παγκόσμιο εκλογικό σώμα που εκπροσωπείται από ελάχιστους αντιπροσώπους (3). Πολύ περισσότερο όταν οι αντικειμενικοί περιορισμοί καθιστούν εξαιρετικά δύσκολη την ουσιαστική επαφή, ενημέρωση και εκπροσώπηση ενός πολυδιάστατου και γεωγραφικά διάσπαρτου σώματος.
Πέρα από τους αριθμούς, η δημοκρατική συμμετοχή προϋποθέτει ζωντανούς, διαφανείς και λειτουργικούς θεσμούς, που να εκφράζουν πραγματικά τον Ελληνισμό του εξωτερικού και όχι κλειστά ή αυτοαναφορικά σχήματα.
- Μείωση στην παραγωγικότητα στην εργασία, 15 χρόνια πριν από τη διάγνωση πρώιμης άνοιας

- Στα καλύτερα ευρωπαϊκά νησιά συγκαταλέγεται η Άνδρος

- Γερμανία: Σε 10 χρόνια φυλάκιση καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος για τον θάνατο του ελεγκτή τρένου

Στο πλαίσιο αυτό, απαιτούνται συγκεκριμένα και άμεσα βήματα:
- Πρώτον, η άμεση επανασύσταση του Συμβουλίου Απόδημου Ελληνισμού (ΣΑΕ), με δημοκρατικά εκλεγμένους εκπροσώπους, ευρεία γεωγραφική κάλυψη και ουσιαστική αντιπροσωπευτικότητα. Ένα ΣΑΕ ανοικτό στον ζωντανό Ελληνισμό της Διασποράς και όχι σε περιορισμένα λόμπι ή κλειστούς κύκλους επιρροής.
(Στην επιτροπή ανασύσταση θα πρέπει να συμπεριλαμβάνονται οι πρόεδροι τριτοβάθμιων οργάνων της διασποράς που εκπροσωπούν κοινοτικούς, εθνικοτοπικούς πολιτιστικούς, πολιτισμικούς, εκπαιδευτικούς, επιστημονικούς κλπ φορείς όπως και ενός εκπροσώπου των κοινοβουλευτικών κομμάτων)
- Δεύτερον, η ουσιαστική αναβάθμιση της Γενικής Γραμματείας Απόδημου Ελληνισμού, τόσο θεσμικά όσο και επιχειρησιακά. Με σαφή αποστολή, επαρκές ανθρώπινο δυναμικό και ρητή πρόβλεψη στον κρατικό προϋπολογισμό των αναγκαίων πόρων για τη στήριξη φορέων, ομοσπονδιών και δράσεων, καθώς και για την ανάπτυξη μιας σύγχρονης και δυναμικής πολιτιστικής διπλωματίας.
- Τρίτον, η επανενεργοποίηση της Διακομματικής Επιτροπής της Βουλής για τον Απόδημο Ελληνισμό, με σαφές πρόγραμμα εργασιών, τακτικές συνεδριάσεις και συστηματική επαφή με τους φορείς της Διασποράς. Ένας θεσμός που θα εγγυάται συνέχεια, συνεννόηση και μακροπρόθεσμο σχεδιασμό, πέρα από κυβερνητικές εναλλαγές.
Μόνο μέσα από ένα τέτοιο θεσμικό πλέγμα μπορεί η ψήφος των αποδήμων να αποκτήσει το πραγματικό της νόημα: ως έκφραση συμμετοχής, ευθύνης και συλλογικής ταυτότητας και όχι ως ένα αποσπασματικό εκλογικό γεγονός.
Ο Ελληνισμός της Διασποράς διαθέτει γνώση, εμπειρία, δίκτυα, οικονομική και κοινωνική ισχύ. Μπορεί να προσφέρει επενδύσεις, τεχνογνωσία, διεθνή ερείσματα, πολιτιστική ακτινοβολία και – κυρίως – μια σύγχρονη αντίληψη συμμετοχικής δημοκρατίας. Το ερώτημα είναι αν η Πολιτεία θα τον αντιμετωπίσει ως στρατηγικό εταίρο ή απλώς ως αριθμητικό μέγεθος.

Εκδότη -Δημοσιογράφου
Γραμματέα Τομέα Απόδημου Ελληνισμού
ΠΑΣΟΚ- Κίνημα Αλλαγής
- Ας μιλήσουμε λοιπόν για το χρέος, κύριε πρωθυπουργέ (του Κωνσταντίνου Γάτσιου)

- Ψήφος Αποδήμων: Από τη συνταγματική πρόβλεψη στη δημοκρατική πρόκληση (του Βασίλη Βούλγαρη)

- Τι είναι η Σύμβαση ΕΕ – MERCOSUR (του Βασίλη Βούλγαρη)

- “Αν δεν μας εκπροσωπεί κανείς, θα το κάνουμε ΕΜΕΙΣ, με ΠΑΣΟΚ”Νέα Γενιά χωρίς Σύνορα : της Ιωάννας Βαλδήρ

- Η Γλυκιά Ομίχλη του Ατομικού Βολέματος- της Μαρίας Τολίκα

- Κραυγή αγωνίας από την Διασπορά: «Μας αφήσατε μόνους» του Βασίλη Βούλγαρη





















You must be logged in to post a comment Login