Connect with us

ΥΓΕΙΑ

Μία ώρα γυμναστική την ημέρα έχουν ανάγκη οι γυναίκες

Published

on

Οι γυναίκες που δεν θέλουν να πάρουν βάρος λόγω ηλικίας, πρέπει να βάλουν τη… συστηματική γυμναστική στη ζωή τους και να φροντίσουν να γυμνάζονται με μέτρια ένταση επί μία ώρα κάθε μέρα.

Αυτό είναι το συμπέρασμα μιας νέας μελέτης που διήρκεσε 13 χρόνια και έδειξε πως μετά τα 45, μία ώρα γυμναστική την ημέρα είναι απαραίτητη για να μείνει αναλλοίωτο το σωματικό βάρος δίχως δίαιτα. Ειδικά όμως για όσες περνούν αυτή την ηλικία και ήδη είναι υπέρβαρες, απαιτείται περισσότερη άσκηση.

Όπως αναφέρει η «Επιθεώρηση της Αμερικανικής Ιατρικής Εταιρείας», η νέα μελέτη βασίσθηκε σε 34.079 μεσήλικες γυναίκες, οι οποίες δεν έκαναν δίαιτα. Όσες από αυτές είχαν φυσιολογικό σωματικό βάρος κατά την έναρξη της μελέτης και γυμνάζονταν μέτρια επί τουλάχιστον μία ώρα κάθε μέρα, δεν πήραν βάρος με το πέρασμα των χρόνων.

Λίγες όμως γυναίκες ανήκαν σε αυτή την κατηγορία: μόλις το 13%. Οι περισσότερες είχαν ήδη περιττά κιλά και εάν δεν γυμνάζονταν, πάχαιναν, παίρνοντας κατά μέσον όρο 3 κιλά μέσα σε μια δεκαετία, παρ΄ ότι δεν άλλαξαν κάτι στη διατροφή τους. Το βάδισμα με γρήγορο βήμα, η χαλαρή ποδηλασία και το γκολφ αποτελούν παραδείγματα γυμναστικής με μέτρια ένταση.

Οι ειδικοί πάντως επισημαίνουν ότι αν μια γυναίκα δεν έχει μία ώρα κάθε μέρα για να την αφιερώσει στη γυμναστική, ας αφιερώσει όση έχει- ακόμα και μισή ώρα, «σπασμένη» σε δύο, τρία «κομμάτια» μπορεί να ωφελήσει την καρδιαγγειακή υγεία της, παρ΄ ότι δεν θα κάνει καλό στο βάρος της.

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Η ομιλία μπορεί να αποκαλύψει τη βιολογική και γνωστική υγεία

Published

on

Από

Στη μελέτη περιγράφεται η δημιουργία ενός «ρολογιού ομιλίας», το οποίο μπορεί να εκτιμήσει τη χρονολογική ηλικία ενός ανθρώπου με βάση εκατοντάδες ακουστικά και γλωσσικά χαρακτηριστικά της ομιλίας του. Photo credits: StockSnap / pixabay

Η φωνή και η ομιλία μας αποτυπώνουν το πέρασμα του χρόνου, αλλά και τη γήρανση του εγκεφάλου, τη γνωστική υγεία και τις κοινωνικές επιδράσεις που δεχόμαστε.

Ερευνητική ομάδα, με επικεφαλής το Trinity College του Δουβλίνου, ανέπτυξε ένα μοντέλο μηχανικής μάθησης που αναλύει την ομιλία και μπορεί να εντοπίσει τις παραπάνω πληροφορίες. Η έρευνα δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Science Advances».

Στη μελέτη περιγράφεται η δημιουργία ενός «ρολογιού ομιλίας» (speech clock) με μηχανική μάθηση, το οποίο μπορεί να εκτιμήσει τη χρονολογική ηλικία ενός ανθρώπου με βάση εκατοντάδες ακουστικά και γλωσσικά χαρακτηριστικά της ομιλίας του.



Η διαφορά ανάμεσα στην πραγματική ηλικία ενός ανθρώπου και την ηλικία που υπολογίζεται βάσει της ομιλίας του συνδέθηκε επίσης με πολλαπλούς ανεξάρτητους δείκτες βιολογικής γήρανσης, υγείας του εγκεφάλου, γνωστικής λειτουργίας, κοινωνικών αντιξοοτήτων και άνοιας.

Εντοπίστηκε ότι οι άνθρωποι των οποίων η ομιλία έδειχνε πιο γερασμένη από το αναμενόμενο για τη χρονολογική τους ηλικία εμφάνιζαν επίσης ενδείξεις επιταχυνόμενης γήρανσης σε διάφορα βιολογικά και κλινικά συστήματα. Επιπλέον, η μεγαλύτερη αύξηση της ηλικίας της ομιλίας συνδέθηκε με χαμηλότερες επιδόσεις στη συνολική γνωστική λειτουργία, τις εκτελεστικές λειτουργίες, τις καθημερινές λειτουργικές ικανότητες και διάφορες μορφές μνήμης.



Είναι σημαντικό ότι οι συσχετίσεις αυτές δεν περιορίζονταν στα γλωσσικά τεστ. Η ηλικία της ομιλίας συνδέθηκε και με την απόδοση σε μη γλωσσικές γνωστικές δοκιμασίες.

Το μοντέλο μηχανικής μάθησης μπορούσε επίσης να διακρίνει τους υγιείς συμμετέχοντες από τους ανθρώπους με άνοια. Οι υγιείς συμμετέχοντες παρουσίαζαν τις μικρότερες αποκλίσεις μεταξύ χρονολογικής ηλικίας και ηλικίας της ομιλίας, ενώ το χάσμα αυξανόταν προοδευτικά στους συμμετέχοντες με νόσο Αλτσχάιμερ και στις διάφορες μορφές μετωποκροταφικής άνοιας.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ


Continue Reading

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Με γνωστική έκπτωση συνδέεται η χαμηλότερη οστική πυκνότητα

Published

on

Από

Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η χαμηλότερη οστική πυκνότητα των θωρακικών σπονδύλων κατά την έναρξη της μελέτης συνδεόταν με ταχύτερη επιδείνωση της συνολικής γνωστικής λειτουργίας. Photo credits: felixioncool / pixabay

Η χαμηλότερη οστική πυκνότητα στη σπονδυλική στήλη συνδέεται με ταχύτερη γνωστική έκπτωση, σύμφωνα με μελέτη ερευνητών του Πανεπιστημίου Johns Hopkins, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Radiology» της Ακτινολογικής Εταιρείας της Βόρειας Αμερικής (RSNA).

Η οστική πυκνότητα μετρά την ποσότητα μεταλλικών στοιχείων, όπως το ασβέστιο, σε συγκεκριμένο όγκο οστού. Όταν η οστική πυκνότητα είναι χαμηλή, τα οστά γίνονται πιο αδύναμα και αυξάνεται ο κίνδυνος κατάγματος. Ωστόσο, μέχρι σήμερα υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα σχετικά με τη σχέση της χαμηλής οστικής πυκνότητας με τη λειτουργία του εγκεφάλου.

Μια διεπιστημονική ερευνητική ομάδα ανέλυσε εκ νέου δεδομένα από τη μελέτη Multi-Ethnic Study of Atherosclerosis (MESA). Οι συμμετέχοντες υποβλήθηκαν σε αξονική τομογραφία θώρακος χωρίς σκιαγραφικό, μαγνητική τομογραφία εγκεφάλου και γνωστικά τεστ.



Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν έναν αλγόριθμο βαθιάς μάθησης, ο οποίος αναπτύχθηκε στο Πανεπιστήμιο Johns Hopkins, για να υπολογίσουν την ογκομετρική οστική πυκνότητα των θωρακικών σπονδύλων κατά την έναρξη της μελέτης.

Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η χαμηλότερη οστική πυκνότητα των θωρακικών σπονδύλων κατά την έναρξη της μελέτης συνδεόταν με ταχύτερη επιδείνωση της συνολικής γνωστικής λειτουργίας.

Οι ερευνητές εντόπισαν συσχετίσεις σε συγκεκριμένες περιοχές του εγκεφάλου. Η χαμηλότερη ογκομετρική οστική πυκνότητα συνδέθηκε με τη συσσώρευση περιοχών υπέρπυκνης εστίας στη λευκή ουσία του μεσολοβίου, μια περιοχή που συμβάλλει στις εκτελεστικές λειτουργίες, τη μνήμη εργασίας και την προσοχή. Επίσης, συνδέθηκε με ταχύτερη μείωση της συνολικής κλασματικής ανισοτροπίας της λευκής ουσίας στο πρόσθιο σκέλος της έσω κάψας, μιας περιοχής του εγκεφάλου που επίσης συμμετέχει στις εκτελεστικές λειτουργίες.



Οι ερευνητές επισημαίνουν, ωστόσο, ότι τα ευρήματα δεν δείχνουν πως η οστεοπόρωση προκαλεί άνοια. «Η μελέτη αυτή δεν αφορά σχέση αιτίου-αποτελέσματος, αλλά την παρατήρηση ενός μεταβολικού συνδρόμου που μπορεί να προκαλεί τόσο εκφύλιση των οστών όσο και του εγκεφάλου», σημειώνει ο Σαντπούρ Ντεμεχρί, καθηγητής Ακτινολογίας στο Πανεπιστήμιο Johns Hopkins.

Οι ερευνητές εκτιμούν ότι ο εντοπισμός ατόμων με χαμηλή ογκομετρική οστική πυκνότητα θα μπορούσε να βοηθήσει στον εντοπισμό ανθρώπων που διατρέχουν κίνδυνο παράλληλης επιδείνωσης της υγείας του σκελετού και του νευρικού συστήματος, επιτρέποντας την έγκαιρη διενέργεια ελέγχων και την αντιμετώπιση κοινών παραγόντων κινδύνου.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ


Continue Reading

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Από δύο ξεχωριστά όργανα αποτελείται ο ανθρώπινος εγκέφαλος, σύμφωνα με ερευνητές

Published

on

Από

Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι ο οπίσθιος εγκέφαλος ακολουθεί μια ξεχωριστή αναπτυξιακή πορεία, η οποία εξελίσσεται παράλληλα - και όχι ως διακλάδωση - με την πορεία που οδηγεί στη δημιουργία του πρόσθιου και του μέσου εγκεφάλου. Photo credits: geralt / pixabay

Για αιώνες οι επιστήμονες θεωρούσαν τον εγκέφαλο ως ένα ενιαίο, ομοιογενές όργανο. Ωστόσο, νέα έρευνα με επικεφαλής επιστήμονες της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Stanford αποκαλύπτει ότι ο εγκέφαλος αποτελείται από δύο διακριτά όργανα, τα οποία εξελίχθηκαν ανεξάρτητα μεταξύ τους σε διάστημα εκατοντάδων εκατομμυρίων ετών.

Η ανακάλυψη ανατρέπει το κυρίαρχο μοντέλο για την ανάπτυξη του εγκεφάλου, σύμφωνα με το οποίο όλες οι περιοχές του εγκεφάλου είχαν κοινή αναπτυξιακή προέλευση.

Η νέα μελέτη υποστηρίζει ότι ο ανθρώπινος εγκέφαλος αποτελείται από δύο αρχαία νευρικά συστήματα, τα οποία έχουν ουσιαστικά «συσκευαστεί» μαζί: ένα τμήμα που ρυθμίζει τον καρδιακό παλμό, την αναπνοή και άλλες λειτουργίες του οργανισμού και ένα άλλο που μας καθιστά κατεξοχήν ανθρώπους, ικανούς για ποίηση, μαθηματικά και για να αναρωτιόμαστε για την ίδια μας την προέλευση.



Ο ενήλικος εγκέφαλος αποτελείται από τρεις κύριες περιοχές: τον πρόσθιο εγκέφαλο, τον μέσο εγκέφαλο και τον οπίσθιο εγκέφαλο.

Ο πρόσθιος εγκέφαλος είναι υπεύθυνος για ανώτερες λειτουργίες, όπως η γλώσσα, η συνείδηση και η αφηρημένη σκέψη. Αντίθετα, ο οπίσθιος εγκέφαλος, που βρίσκεται στο πίσω μέρος του κρανίου και συχνά αναφέρεται ως εγκεφαλικό στέλεχος, ελέγχει βασικές, αυτόματες λειτουργίες που είναι απαραίτητες για τη ζωή, όπως η αναπνοή, ο ύπνος και η ρύθμιση του καρδιακού παλμού και του αισθήματος πείνας. Οι νευρώνες του οπίσθιου εγκεφάλου ελέγχουν επίσης τους μύες του προσώπου, της γλώσσας και του λαιμού, επηρεάζοντας την ομιλία και την κατάποση.

Παρά την κρίσιμη σημασία του οπίσθιου εγκεφάλου, οι επιστήμονες δυσκολεύονται εδώ και δεκαετίες να δημιουργήσουν ανθρώπινους νευρώνες του οπίσθιου εγκεφάλου στο εργαστήριο. Αυτό έχει δυσχεράνει σημαντικά την έρευνα για σοβαρές ασθένειες που προσβάλλουν το εγκεφαλικό στέλεχος, μεταξύ των οποίων η νωτιαία μυϊκή ατροφία και η αμυοτροφική πλευρική σκλήρυνση.

Η σημαντική ανακάλυψη των ερευνητών, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Nature Neuroscience», προέκυψε από τη μελέτη των πρώτων στιγμών της εμβρυϊκής ανάπτυξης, κατά τη διάρκεια μιας διαδικασίας που ονομάζεται γαστριδίωση, όταν αρχίζει να διαμορφώνεται το σώμα.



Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι ο οπίσθιος εγκέφαλος ακολουθεί μια ξεχωριστή αναπτυξιακή πορεία, η οποία εξελίσσεται παράλληλα – και όχι ως διακλάδωση – με την πορεία που οδηγεί στη δημιουργία του πρόσθιου και του μέσου εγκεφάλου.

Οι νευρώνες που δημιουργήθηκαν στο εργαστήριο παρουσίασαν, όπως περιγράφουν οι ερευνητές, όλα τα χαρακτηριστικά των αυθεντικών κυττάρων του οπίσθιου εγκεφάλου: εμφάνισαν κύματα ηλεκτρικής δραστηριότητας και παρήγαγαν πρωτεΐνες που χαρακτηρίζουν τα τμήματα του οπίσθιου εγκεφάλου τα οποία ελέγχουν τους μύες του προσώπου και της κατάποσης.

Η έρευνα έχει σημαντικές προεκτάσεις για τη μελέτη πιθανών θεραπειών για τη νωτιαία μυϊκή ατροφία, την ALS και άλλες παθήσεις που προσβάλλουν το εγκεφαλικό στέλεχος.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ


Continue Reading

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Ελπιδοφόρα εξέταση αίματος για ανίχνευση του καρκίνου του παγκρέατος στα αρχικά στάδια

Published

on

Από

Η εξέταση αίματος εντόπισε σωστά τον καρκίνο του παγκρέατος στα στάδια 1 και 2 στο 87% των περιπτώσεων, ενώ το ποσοστό ψευδώς θετικών αποτελεσμάτων ήταν μόλις 3% στις ομάδες χαμηλού κινδύνου και 16% στις υψηλού κινδύνου. Photo credits: ckstockphoto / pixabay

Μια νέα εξέταση αίματος που θα μπορούσε να ανιχνεύει τον καρκίνο του παγκρέατος στα πρώιμα στάδιά του, όταν η νόσος είναι περισσότερο αντιμετωπίσιμη και ενδεχομένως ιάσιμη, ανέπτυξε διεθνής ερευνητική ομάδα, με επικεφαλής το «City of Hope», έναν από τους μεγαλύτερους και πλέον εξειδικευμένους οργανισμούς στις ΗΠΑ για την έρευνα και τη θεραπεία του καρκίνου.

Ένας από τους βασικούς λόγους για τους οποίους ο καρκίνος του παγκρέατος παραμένει τόσο θανατηφόρος είναι ότι συνήθως διαγιγνώσκεται σε προχωρημένο στάδιο. Ο καρκίνος του παγκρέατος έχει τα χαμηλότερα ποσοστά επιβίωσης μεταξύ όλων των καρκίνων, καθώς μόλις το 14% των ασθενών ζει πέντε χρόνια μετά τη διάγνωση. Περίπου 90% των ασθενών αυτών διαγιγνώσκονται σε προχωρημένα στάδια, όταν η κακοήθεια έχει ήδη εξαπλωθεί.

Μεγάλη διεθνής μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Nature Medicine» παρουσιάζει μια υγρή βιοψία, με την ονομασία PANXEON, που έχει υψηλή ευαισθησία στην ανίχνευση καρκίνου του παγκρέατος και προκαρκινικών αλλοιώσεων.



Η εξέταση ακολουθεί μια νέα προσέγγιση στη διάγνωση, καθώς αναλύει δείγμα αίματος για τρεις δείκτες του καρκίνου του παγκρέατος: κυκλοφορούντα microRNA, εξωσωματικά microRNA και μια πρωτεΐνη που ονομάζεται CA19-9. Στη συνέχεια, η εξέταση χρησιμοποιεί Τεχνητή Νοημοσύνη για να συνδυάσει και τις τρεις μετρήσεις σε μία βαθμολογία, που εκτιμά τον κίνδυνο του ασθενούς.

Στη μελέτη οι ερευνητές δοκίμασαν την υγρή βιοψία σε σχεδόν 1.800 ασθενείς στις ΗΠΑ, την Ευρώπη και την Ασία, προκειμένου να διαπιστώσουν αν τα ενθαρρυντικά αποτελέσματα που είχαν καταγραφεί σε προηγούμενες μελέτες επιβεβαιώνονταν σε διαφορετικά κλινικά περιβάλλοντα και πληθυσμούς.



Η εξέταση αίματος εντόπισε σωστά τον καρκίνο του παγκρέατος στα στάδια 1 και 2 στο 87% των περιπτώσεων, ενώ το ποσοστό ψευδώς θετικών αποτελεσμάτων ήταν μόλις 3% στις ομάδες χαμηλού κινδύνου και 16% στις ομάδες υψηλού κινδύνου.

Αξιοσημείωτο είναι ότι η εξέταση εντόπισε επίσης, σε ποσοστό άνω του 64% των περιπτώσεων, υψηλού βαθμού δυσπλασία, μια προχωρημένη προκαρκινική κατάσταση που συχνά χαρακτηρίζεται ως «στάδιο 0» του καρκίνου του παγκρέατος. Το εύρημα αυτό θα μπορούσε να βοηθήσει τους γιατρούς να εντοπίζουν με μεγαλύτερη ακρίβεια ποιες κύστεις του παγκρέατος χρειάζονται ενεργή παρακολούθηση ή παρέμβαση, πριν εξελιχθούν σε καρκίνο.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ


Continue Reading

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Με καλύτερη υγεία συνδέεται η ανάγνωση βιβλίων

Published

on

Από

Όσοι άρχισαν να διαβάζουν νωρίς στη ζωή τους εμφάνισαν αργότερα οφέλη όπως καλύτερη προσοχή και μνήμη, καλύτερες ακαδημαϊκές επιδόσεις, λιγότερα προβλήματα ψυχικής υγείας και πιο υγιεινό τρόπο ζωής. Photo credits: Licya / pixabay

Η ανάγνωση βιβλίων για ευχαρίστηση συνδέεται με βελτιωμένες γνωστικές ικανότητες, καλύτερη ψυχική υγεία και χαμηλότερο κίνδυνο άνοιας, όπως διαπιστώνουν ερευνητές του Πανεπιστημίου του Κέμπριτζ σε ανασκόπηση που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Psychological Medicine».

Οι ερευνητές παρουσιάζουν στοιχεία από την ετήσια βρετανική έρευνα αλφαβητισμού του 2024 και 2025, τα οποία δείχνουν συνεχή και επιδεινούμενη πτώση της συχνότητας ανάγνωσης στα παιδιά και έφηβους, ιδίως στα αγόρια ηλικίας 11-16 ετών.

Την ίδια ώρα, έρευνα σε περισσότερους από 10.000 έφηβους, που είχε διεξαχθεί με επικεφαλής την καθηγήτρια του Τμήματος Ψυχιατρικής του Πανεπιστημίου του Κέμπριτζ, Μπάρμπαρα Σαχακιάν, και είχε δημοσιευθεί στο ίδιο περιοδικό, εντόπισε ότι όσοι άρχισαν να διαβάζουν νωρίς στη ζωή τους εμφάνισαν αργότερα οφέλη όπως καλύτερη προσοχή και μνήμη, καλύτερες ακαδημαϊκές επιδόσεις, λιγότερα προβλήματα ψυχικής υγείας και πιο υγιεινό τρόπο ζωής, συμπεριλαμβανομένου περισσότερου ύπνου και λιγότερου χρόνου μπροστά σε οθόνες. 



Επιπλέον, όταν οι ερευνητές εξέτασαν τις μαγνητικές τομογραφίες εγκεφάλου των συμμετεχόντων, εντόπισαν ότι όσοι είχαν αρχίσει να διαβάζουν για αναψυχή από μικρή ηλικία παρουσίαζαν ελαφρώς μεγαλύτερη επιφάνεια και όγκο εγκεφάλου, συμπεριλαμβανομένων εγκεφαλικών περιοχών που διαδραματίζουν κρίσιμο ρόλο στις γνωστικές λειτουργίες.

Μπορεί η ανάγνωση να συνδέεται στενά με βελτιωμένες δεξιότητες γραμματισμού, όμως μελέτες στις οποίες ανατρέχει η ανασκόπηση εντόπισαν ότι τα οφέλη της ανάγνωσης φαίνεται να επεκτείνονται ακόμη και στις μαθηματικές επιδόσεις, καθώς η ανάγνωση και τα μαθηματικά βασίζονται σε παρόμοιες γνωστικές διεργασίες, όπως οι γλωσσικές δεξιότητες, η μνήμη και οι εκτελεστικές λειτουργίες.

Έρευνες έχουν υποδείξει πολλά οφέλη από την ανάγνωση βιβλίων και για τους ενήλικες, ιδιαίτερα σε σχέση με την ευεξία, όπως μειωμένο άγχος και καλύτερη χαλάρωση, μεγαλύτερη ενσυναίσθηση και καλύτερη κατανόηση των άλλων. Μελέτη το 2024 διαπίστωσε ότι μόλις πέντε λεπτά ανάγνωσης μυθοπλασίας μπορούν να μειώσουν το στρες έως και κατά 20%, ενώ παράλληλα ενισχύουν τη συγκέντρωση και τις δεξιότητες επίλυσης προβλημάτων και βοηθούν τους αναγνώστες να αισθάνονται λιγότερο μόνοι.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ


Continue Reading

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Το υπερβολικό φως τη νύχτα συνδέεται με αλλαγές στη λειτουργία της καρδιάς

Published

on

Από

Η σύγκριση έδειξε ότι τα άτομα με υψηλότερη έκθεση στο νυχτερινό φως παρουσίαζαν πάχυνση του τοιχώματος της αριστερής κοιλίας της καρδιάς, μειώνοντας τον χώρο στο εσωτερικό της. Photo credits: Crustina / pixabay

Η έκθεση στο φως κατά τη διάρκεια της νύχτας συνδέεται με σημαντικές και δυνητικά επιβλαβείς αλλαγές στη δομή και τη λειτουργία της καρδιάς, όπως διαπιστώνει μελέτη που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό της Ευρωπαϊκής Καρδιολογικής Εταιρείας «European Heart Journal».

Συγκεκριμένα, στη μελέτη, που διεξήχθη με επικεφαλής το Πανεπιστήμιο Tulane της Νέας Ορλεάνης στις ΗΠΑ, συμμετείχαν 11.071 άνθρωποι από τη βρετανική βάση δεδομένων «UK Biobank». Όλοι φορούσαν στον καρπό τους έναν αισθητήρα φωτός για επτά ημέρες, προκειμένου να καταγραφούν τα επίπεδα φωτεινότητας κατά τη διάρκεια της νύχτας. Τρία χρόνια αργότερα, οι συμμετέχοντες υποβλήθηκαν σε μαγνητική τομογραφία καρδιάς, ώστε οι ερευνητές να εξετάσουν με λεπτομέρεια τη δομή και τη λειτουργία της.

Οι ερευνητές συνέκριναν άτομα που εκτέθηκαν σε επίπεδα φωτισμού άνω των τριών lux (σ.σ. μονάδα μέτρησης της έντασης του φωτός όπως φτάνει σε μια επιφάνεια και γίνεται αντιληπτή από το ανθρώπινο μάτι) με εκείνους που εκτέθηκαν σε σχεδόν καθόλου φως κατά τη διάρκεια της νύχτας.



Η σύγκριση έδειξε ότι τα άτομα με υψηλότερη έκθεση στο νυχτερινό φως παρουσίαζαν πάχυνση του τοιχώματος της αριστερής κοιλίας της καρδιάς, μειώνοντας τον χώρο στο εσωτερικό της.

Παράλληλα, υπήρχαν ενδείξεις ότι είχε μειωθεί η ικανότητα του καρδιακού μυός να διατείνεται κατά τη διάρκεια ενός καρδιακού παλμού. Πρόκειται για πρώιμη ένδειξη διαταραχής της καρδιακής λειτουργίας. Οι ερευνητές εντόπισαν επίσης αλλαγές στη δεξιά κοιλία και τον αριστερό κόλπο της καρδιάς.

Σε συνοδευτικό άρθρο, ο καθηγητής Τόμας Μούνζελ από το Πανεπιστημιακό Ιατρικό Κέντρο Mainz στη Γερμανία και οι συνεργάτες του υπογραμμίζουν ότι οι γιατροί, ιδιαίτερα όσοι παρακολουθούν ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια ή κολπική μαρμαρυγή, θα πρέπει να αρχίσουν να εξετάζουν και το περιβάλλον στο οποίο κοιμούνται οι ασθενείς: το πόσο σκοτεινό είναι το υπνοδωμάτιο, αν ο ασθενής εργάζεται σε νυχτερινές βάρδιες και πόσο χρησιμοποιεί οθόνες μετά τη δύση του Ήλιου.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ


Continue Reading

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΚΑΙ ΔΙΑΔΩΣΤΕ ΤΗΝ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΟΛΙΤΗ

Advertisement Europolitis

ΕΝΤΥΠΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ – GEDRUCKTE VERSIONEN

Advertisement Europolitis

Like us on Facebook

Advertisement
Advertisement Europolitis